Μια ξεγνοιασιά μια φούσκα

Όλοι μας μία ξεγνοιασιά,
τα χρόνια μας εκείνα
τα ζούσαμε αρμονικά,
με στέρηση και πείνα.

Είχαμε τα απαραίτητα
κι ήτανε ευλογία,
πολλά καλά στο σπίτι μας,
δόξασι… και υγεία.

Η μάνα γη, μας έθρεφε,
κι έφτανε να περνάμε,
με αγώνα και νοικοκυριό,
στην πρόοδο να πάμε.

Τίποτα δεν πετάγαμε,
φαί δεν πάει χαμένο,
και το ψωμί μας το ξερό,
το τρώγαμε βρεγμένο.

Είχαν αξία τα αγαθά
και να χαλάσουν κρίμα,
αφού για αυτά παλεύαμε,
αργά και βήμα βήμα.

Ζωή, δουλειά και ξεγνοιασιά
και καθαρό κεφάλι,
ήρθε το βράδυ κι η χαρά,
να αγκαλιαστούμε πάλι.

Τα πάντα υπολογίζαμε,
μυρμύγκια, τους ανθρώπους,
να΄ναι καλά κι οι δανειστές,
εκεί στους ξένους τόπους.

Πρέπει να αλλάξετε, είπανε,
να γίνετε Ευρώπη,
εμείς θα σας βοηθήσουμε,

υπάρχουνε οι τρόποι.

Θα χάστε όμως πράγματα,
που΄χετε συνηθίσει,
θα τα ξεχάστε γρήγορα,
το χρήμα θα βοηθήσει.

Θα χάσετε την ξεγνοιασιά,
την ξάπλα στη βεράντα,
τις σχέσεις, τις φιλίες σας,
τον ύπνο σας για πάντα.

Θα χάσετε τον άνθρωπο,
την επικοινωνία,
θα παίζει όμως το μυαλό,
με την πλουτομανία.

Για τράπεζες θα τρέχετε,
με κάτου το κεφάλι,
γιατί κι η καλημέρα σας,
σε λούμπα θα σας βγάλει.

Σέ φούσκα σηκωθήκαμε,
δίχως ισορροπία,
χωρίς ιδέα για το μπαμ,
στην πρώτη τη τσιμπία.

Αργά αργά βουλιάζαμε,
εγέρναμε να πάρει,
χοντρήναμε απότομα,
δεν πήραμε χαμπάρι.

Έσκασε δίχως τσίμπημα,
κουράγιο τώρα, θάρρος,
ήθελε λίγο προσοχή…
έσπασε απ΄ το βάρος.

Καστρινός από το Ζάντε