Ανατροπές στη διαπραγμάτευση για την τρίτη αξιολόγηση

Είμαστε μία ωραία ατμόσφαιρα. Η ατάκα του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία “Ο Ατσίδας”, εκφράζει στην κυριολεξία πλέον τις σχέσεις ανάμεσα στους δανειστές και την κυβέρνηση.

Το κουαρτέτο και οι Ελληνες διαπραγματευτές διάγουν την καλύτερη περίοδο από την αρχή της εποχής των μνημονίων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι η μεγαλύτερη ανατροπή που έχει συντελεστή και επηρεάζει άμεσα το κλίμα, αλλά και την ουσία της διαπραγμάτευσης. Και αποδείχτηκε για τελευταία φορά τη Δευτέρα το πρωί 13 Νοεμβρίου, όταν οι Βρυξέλλες ζήτησαν να κλείσει γρήγορα η τρίτη αξιολόγηση. 

Οχι πως δεν υπάρχουν διαφορές και διαφωνίες. Ομως, αντιμετωπίζονται με διαφορετικό πνεύμα και καταβάλλονται προσπάθειες ναβρίσκονται λύσεις μέσα από συμβιβασμούς και όχι να επιβάλλονται επιλογές με εκβιασμούς, πιέσεις και απειλές.

Θα μπορούσαμε πλέον, από τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί, να υποστηρίξουμε με βασιμότητα και με ελάχιστες πιθανότητες λάθους, πως δανειστές και κυβέρνηση έχουν πλέον έναν κοινό στόχο. Την επιτυχή ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης και την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια.

Το ότι υπάρχει σύμπλευση των δύο πλευρών αποδεικνύεται και από το κλίμα που επικρατεί στις διαπραγματεύσεις για την τρίτη αξιολόγηση. Η ανταγωνιστική αντιμετώπιση έχει πλέον υποκατασταθεί από την κοινή προσέγγιση του θέματος που έχει επέλθει χάρη στη συνεννόηση, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και την διαπίστωση των δανειστών ότι η κυβέρνηση προσπαθεί πραγματικά να προωθήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και να βγάλει τη χώρα από τα προγράμματα. Αυτό σημαίνει πως έχει αποκατασταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη, έλεγε κυβερνητικός αξιωματούχος με γνώση του θέματος.

Εξάλλου, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν καμία διάθεση να δώσουν και άλλα δάνεια στην Ελλάδα. Και είναι αυτός ένας καθοριστικός λόγος για να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις να επανέλθει η Ελλάδα στις αγορές.

Η εντύπωση που επικρατεί πλέον στο κουαρτέτο των δανειστών είναι πως ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνηση έχουν αποφασίσει να ολοκληρωθεί με επιτυχία το τρίτο πρόγραμμα. 

Μπορεί να έχουν ορισμένους ενδοιασμούς για τη στάση κάποιων υπουργών, ωστόσο, εκτιμούν ότι η τρίτη αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα, δηλαδή έως το τέλος του έτους. Κι΄ αυτό παρότι ακόμα εκκρεμεί το 80% των προαπαιτούμενων.

Ομως, έχουν διαπιστώσει πως τα περισσότερα από τα ανοιχτά θέματα έχουν πάρει το δρόμο της υλοποίησης.
Δεύτερο παράδειγμα καλού κλίματα το μέρισμα. Οι θεσμοί δεν προβάλλουν εμπόδια, όπως έκαναν πέρυσι.

Ηδη υπάρχει συμφωνία στο ποσό που θα διατεθεί και εκκρεμούν μόνο οι ακριβείς λεπτομέρειες για τη διανομή του. Ισχυρή ένδειξη της προσέγγισης των δύο πλευρών αποτελεί και το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν αιφνιδίασε, αλλά συζήτησε εξαρχής με τους θεσμούς τις προθέσεις της, σε αντίθεση με την περίπτωση της επιδότησης στους συνταξιούχους το 2016.

Ούτε η επόμενη μέρα προκαλεί τριβές. Παρά τις όποιες επιμέρους διαφορές υπάρχουν και οι δύο πλευρές, όπως φαίνεται και από τις δηλώσεις, επιλέγουν την καθαρή έξοδο. Και το πιο σημαντικό είναι πως αναμένεται να εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση με ότι αυτό σημαίνει στο σκέλος της διευθέτησης του χρέους.

Ανεπισήμως και σε τεχνικό επίπεδο, οι εργασίες για την αναζήτηση της λύσης για το χρέος, είναι συνεχείς και εκείνο που απομένει είναι πότε θα ξεκινήσουν και οι διαπραγματεύσεις.

Στο σκέλος αυτό εκτιμάται πως σημαντικός θα είναι ο ρόλος που αναμένεται να διαδραματίσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος τάσσεται υπέρ της λογικής να πάψει η Ελλάδα να αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα και προπαντός να πάψει να είναι πρόβλημα.

Το τελευταίο δεν αφορά μόνο στο χρέος, αλλά και στα μελλοντικά πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία έχουν οριστεί στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Ομως, ακόμα και ο Σόιμπλε με δηλώσεις του, άφησε ανοιχτό το παράθυρο της μείωσης (το ΔΝΤ, η ελληνική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος θα ήθελαν πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% περίπου) παραπέμποντας τη λήψη της απόφασης σε εκείνους, που μελλοντικά και όταν γίνουν οι αναγκαίες και απαραίτητες συζητήσεις, θα έχουν την ευθύνη.

Γιατί, όπως λένε οι πληροφορίες, σταδιακά γίνεται συνείδηση των Ευρωπαίων, πως τα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ, όχι μόνο είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν, αλλά μπορεί να στραγγαλίσουν την ελληνική οικονομία. Και τότε οι λύσεις που θα τεθούν στο τραπέζι θα είναι τέτοιες, που δεν αποκλείεται να προκαλέσουν μεγαλύτερα προβλήματα στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη.