Η Ελλάδα στην προκρούστεια κλίνη της τρίτης αξιολόγησης

Αρχισε η… ιερά εξέταση για την τρίτη αξιολόγηση. Το κουαρτέτο κατέφτασε στην Αθήνα και από τη Δευτέρα το απόγευμα ξεκίνησαν οι συναντήσεις. Και τώρα ένα βασανιστικό ερώτημα πλανάται. Θα τελειώσει αυτή νωρίς ή μήπως θα καθυστερήσει, όπως και η δεύτερη.

Η απάντηση είναι καίριας σημασίας. Για να αντιληφθούμε πόσο σημαντική είναι αρκεί να κοιτάξουμε τις συνέπειες για την οικονομία της καθυστέρησης της δεύτερης αξιολόγησης.

Κόστισε σε ρυθμό ανάπτυξης, κόστισε σε κλίμα και κόστισε σε επίπεδο εσόδων, καθότι τα έσοδα του προϋπολογισμού είναι σε ευθεία συνάρτηση με την πορεία της οικονομίας.

Αν προεκτείνουμε τη σκέψη θα πούμε πως επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2017 και το μέγεθος του πρωτογενούς πλεονάσματος (θα δούμε πόσο στο τέλος του χρόνου).

Ετσι, κατ΄ αναλογία η διάρκεια της αξιολόγησης, ο χρόνος που θα συναφθεί μία συμφωνία, θα παίξει καθοριστικό ρόλο για την πορεία της οικονομίας και του πρωτογενούς πλεονάσματος τον επόμενο χρόνο. Ομως, οι συνθήκες και οι καταστάσεις δεν είναι ίδιες με εκείνες του 2017.

Το πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να είναι 3,5%, δηλαδή διπλάσιο από φέτος και όπως γίνεται αντιληπτό ο στόχος μπορεί να θεωρείται επιτεύξιμος από την κυβέρνηση, είναι όμως, πάρα πολύ δύσκολος, ασύγκριτα πιο δύσκολος από το φετινό που είναι 1,75%.

Επιπροσθέτως, τυχόν αστοχία σημαίνει πρόσθετα μέτρα, ενδεχομένως αναστολή της εφαρμογής των θετικών μέτρων το 2019 και το 2020, ενώ δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη την έξοδο στις αγορές και επομένως τον τρόπο που θα βγει η χώρα από το τρίτο μνημόνιο. Και ως γνωστόν από το αν είναι καθαρή ή όχι η έξοδος από το μνημόνιο, θα εξαρτηθεί και ο βαθμός ελευθερίας στη λήψη αποφάσεων και τη χάραξη πολιτικής από την ελληνική κυβέρνηση.

Και για να μην το κρύβουμε, θα επηρεάσει και τις πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες στο μεγαλύτερο βαθμό, για να μην πούμε αποκλειστικά πλέον, εξαρτώνται από την πορεία της οικονομίας και την επίτευξη ή όχι του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018.

Τούτων λεχθέντων, καλείται τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι δανειστές να κλείσουν το συντομότερο δυνατό και πριν από το τέλος του χρόνου την αξιολόγηση. Καλούνται επίσης, να μην δραματοποιήσουν τις διαπραγματεύσεις και να επιδράσουν έτσι αρνητικά στο κλίμα κατ΄ αρχάς και στην οικονομική δραστηριότητα εν τέλει.

Μέχρι πριν από ένα μήνα περίπου η κατάσταση ήταν πολύ ζόρικη, παρότι οι Ευρωπαίοι είχαν ταχθεί υπέρ της γρήγορης συμφωνίας και πίεζαν και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προς αυτή την κατεύθυνση. Κι΄αυτό γιατί το ΔΝΤ έθετε ορισμένα ζητήματα με κορυφαίο, τουλάχιστον στην επιφάνεια, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Λίγο αργότερα τόσο η Κριστίν Λαγκάρντ όσο και ο Πόουλ Τόμσεν διευκρίνισαν ότι δεν απαιτούν νέα μέτρα, αποδέχτηκαν τους χειρισμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο ζήτημα των τραπεζών και έδειξαν να βάζουν νερό στο κρασί τους.

Η κατάσταση βελτιώθηκε όταν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ταξίδευσε στην Ουάσιγκτον και συζήτησε με τους αξιωματούχους του ΔΝΤ.

Η κατάσταση βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο με τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την Κριστίν Λαγκάρντ στην έδρα του ΔΝΤ και την κοινή τους δήλωση ότι στόχος είναι η ταχεία ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Είναι σημαντικό επίσης, ότι οι δύο πλευρές συνέπεσαν και στο σκέλος που αφορά στη διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση του χρέους, τόσο ως προς το χρόνο έναρξης των συζητήσεων (Φεβρουάριο αντί Ιούνιο που θέλουν οι Ευρωπαίοι), όσο και ως προς την ελάφρυνση αυτή καθεαυτή. Σε αυτό το σημείο η ενημέρωση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Μνούτσιν για τις επαφές με Λαγκαρντ και τις συζητήσεις για την αξιολόγηση και το χρέος, αποτελούν έναν πρόσθετο καλό οιωνό.

Το καλό τρίτωσε με τα αποτελέσματα που είχε η συνάντηση του Τσίπρα με τον Τραμπ και οι αναφορές στο ελληνικό χρέος. Και είναι πολύ σημαντική αυτή η παράμετρος για την αξιολόγηση, γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ έχει τη δύναμη και τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση στο ΔΝΤ.

 Και ελπίζουμε να το κάνει, ώστε η τρίτη αξιολόγηση να τελειώσει πριν από το τέλος του 2017.