Φωκίωνος Νέγρη: Ο πεζόδρομος έχει τη δική του ιστορία…

Ενα μήνυμα από ένα φίλο στάθηκε η αφορμή να γνωρίσουμε ένα πολύ ενδιαφέροντα ιστότοπο τον https://criticeduc.blogspot.gr/ στον οποίο βρήκαμε πολύ ενδιαφέροντα δημοσιεύματα και μεταξύ αυτών ένα υπέροχο για τη Φωκίωνος Νέγρη, τον πεζόδρομο, που έχει τη δική του ιστορία, θα λέγαμε παραφράζοντας το τραγούδι του Μάνου Λοϊζου.

Πρόκειται για ένα υπέροχο κείμενο της εκπαιδευτικού Μαριάνθη Μπέλλα το οποίο ο eretikos.gr σας το παραθέτει αυτούσιο.

Η Φωκίωνος Νέγρη πήρε το όνομά της από τον πρώην δήμαρχο Λαυρεωτικής, υπουργό Οικονομικών, Συγκοινωνίας και Εσωτερικών και πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Φωκίωνα Νέγρη (1846-1928). Διαμορφώθηκε την δεκαετία του 1930 πάνω στα ίχνη του ρέματος Λεβίδη, το οποίο στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσε το βόρειο σύνορο της Κυψέλης. Το ρέμα ξεκινούσε από τα Τουρκοβούνια (Αγχεσμός), έρρεε κατά μήκος του σημερινού πεζόδρομου της Φωκίωνος Νέγρη σε βάθος ενάμισι μέτρου και έκοβε στα δύο την περιοχή. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν παράγκες, μερικά ισόγεια σπίτια και σπανίως διώροφα ή τριώροφα, κυρίως κοντά στην Πατησίων. Οι δύο πλευρές ενώνονταν με μια μικρή ξύλινη γέφυρα στο ύψος της οδού Επτανήσου. Το ρέμα συνέχιζε προς τα νότια, περνούσε κάτω από την Πατησίων στο ύψος της Αγίου Μελετίου για να καταλήξει στον Κηφισό.

Στην περιοχή κατοικούσαν οι οικογένειες Καλλιφρονά και Λεβίδου, οι οποίες κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης και τα σπίτια τους για πολλά χρόνια λειτουργούσαν ως τοπόσημα. Μέχρι τις μέρες μας, μια στάση λεωφορείου φέρει το όνομα «Καλλιφρονά» και το ταχυδρομείο της περιοχής το όνομα «Λεβίδου». Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα στην μεσημβρινή πλευρά της Φωκίωνος Νέγρη (μεταξύ των οδών Σποργίλου και Ευβοίας) βρισκόταν η Μεγάλη Βρύση, που ήταν πέτρινη, χτισμένη με πελεκητές πέτρες, και είχε πολλούς κρουνούς. Στο σημείο που βρισκόταν η Μεγάλη Βρύση υπήρχαν δύο πανύψηλες λεύκες που σώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Από τη Μεγάλη Βρύση προμηθεύονταν νερό τόσο οι κάτοικοι, όσο και οι πλανόδιοι υδροπωλητές  που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της πόλης κατά τις περιόδους της λειψυδρίας.

Κατά την περίοδο δημαρχίας του Σπύρου Πάτση (1917-1920 και 1922-1929), το ρέμα Λεβίδη, όπως και πολλά άλλα ρέματα της Αθήνας, μετατράπηκε σταδιακά σε εστία μόλυνσης επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία, με τα λιμνάζοντα νερά και τα σκουπίδια που έριχναν οι κάτοικοι, λόγω έλλειψης οργανωμένου συστήματος αποκομιδής σκουπιδιών.

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Αθηναϊκή» για το ρέμα Λεβίδη, 29/6/1935

Ο Σπύρος Πάτσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, έλαβε μέτρα και προσπάθησε να επιλύσει τα προβλήματα της αποκομιδής των σκουπιδιών, της υδροδότησης και της αποχέτευσης της πρωτεύουσας. Αργότερα, επί δημαρχίας Κώστα Κοτζιά (1934-1936), που στη συνέχεια ανέλαβε και το Υπουργείο Διοικήσεως Πρωτευούσης, έγινε η κάλυψη των ρεμάτων Κυκλοβόρου και Λεβίδη. Ο εξωραϊσμός του ρέματος Λεβίδη πραγματοποιήθηκε το 1937, με τη δημιουργία ενός γραμμικού κήπου, με φύτευση δέντρων και θάμνων, κατασκευή σιντριβανιών και χώρων παιχνιδιού, ανάμεσα σε δύο ασφαλτοστρωμένες οδούς. Η διαμόρφωση της «πράσινης λεωφόρου» με τα τρεχούμενα νερά ήταν έργο του αρχιτέκτονα Βασίλη Τσαγρή. Το 1935 οικοδομήθηκε η Δημοτική Αγορά Κυψέλης, έργο του αρχιτέκτονα Αλ. Μεταξά και χαρακτηριστικό δείγμα του αθηναϊκού μοντερνισμού. Κτίστηκε από τον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος προσπάθησε έτσι να αποσυμφορήσει την Κεντρική Αγορά της οδούΑθηνάς. Τα εγκαίνια της έγιναν το 1937 και στέγασε πολλά καταστήματα τροφίμων.

Η Δημοτική Αγορά ανακαινισμένη το 2016

 




Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η αστικοποίηση άρχισε να γίνεται αισθητή και στην»πράσινη λεωφόρο», όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται η Φωκίωνος Νέγρη. Την εποχή αυτή κατασκευάστηκαν οι πρώτες πολυκατοικίες, όπως αυτές στη συμβολή της Φωκίωνος Νέγρη με την Αγαθουπόλεως, τη Θήρας και την Επτανήσου, που έφεραν τα χαρακτηριστικά του μοντέρνου κινήματος (λιτό ύφος, έλλειψη διακόσμησης, λειτουργικότητα, άνετοι χώροι, άριστος εξοπλισμός) και διατηρούνται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, η περιοχή συνέχισε να χαρακτηρίζεται από χαμηλή πυκνότητα δόμησης και να διαθέτει πολλούς ελεύθερους χώρους.

Το 1936-38 κτίστηκε, στη γωνία των οδών Επτανήσου και Φωκίωνος Νέγρη, η τετραώροφη πολυκατοικία Λαναρά, που σχεδιάστηκε από τον Ι. Ζολώτα και, με τη χαρακτηριστική αισθητική της, αποτελεί σημαντικό δείγμα του μοντέρνου κινήματος που άνθησε την εποχή του Μεσοπολέμου. Πολλοί θυμούνται το μεγάλο καταφύγιό της, όπου οι περίοικοι κατέφευγαν στη διάρκεια της Κατοχής, όταν χτυπούσε συναγερμός.

 
Η πολυκατοικία Λαναρά, Φωκίωνος Νέγρη και Επτανήσου

Η πολυκατοικία Πρωτόπαππα, Φωκίωνος Νέγρη και Αγαθουπόλεως

Η μεσοπολεμική πολυκατοικία Κανάκη, Φωκίωνος Νέγρη και Θήρας




Κυρίαρχο στοιχείο στις αναμνήσεις των κατοίκων της περιοχής είναι η εικόνα των τρεχούμενων νερών, των τεχνητών ρυακιών που πλαισίωναν το πράσινο, των λιμνών με τις πάπιες και ιδιαίτερα του περίφημου Πι, κοντά στη Δημοτική Αγορά, όπου έπαιζαν τα παιδιά. Επίσης, ζωντανή στους παλιούς κατοίκους είναι η εικόνα του περίφημου 30ού δημοτικούσχολείου (Αγίας Ζώνης και Φωκίωνος Νέγρη), όπου φοιτούσαν τα παιδιά της περιοχής και το οποίο κατά τη διάρκεια της Κατοχής επιτάχθηκε από τους Γερμανούς, όπως και άλλα γειτονικά σχολεία.

Φωκίωνος Νέγρη και Δροσοπούλου
Το περίφημο Πι κοντά στη Δημοτική Αγορά



Αξιόλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα σημειώθηκε γύρω από τη Φωκίωνος Νέγρη με πολλά σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ιδιωτικά (Κολλέγιο Αθηνών, Ιόνιος Σχολή, Ελληνική Παιδεία, Λύκειον Νούσια, Αθηναϊκόν Λύκειον Α.Γ. Τυχοπούλου, Ελικών κ. ά.) και δημόσια (6ο γυμνάσιο θηλέων, 15ο γυμνάσιο αρρένων, 26ο, 28ο 30ο δημοτικά σχολεία κ.ά.), αλλά και φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών (Βρεταννικό Ινστιτούτο-Χαμπάκης, παράρτημα Πατησίων του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών κ.ά.).

Η Β΄κεντρική σχολή του Βρεταννικού Ινστιτούτου, Φωκίωνος Νέγρη 17.
Εφημ. «Ελευθερία» 30/9/1962.




Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 η Φωκίωνος Νέγρη υπέκυψε στον οικοδομικό οργασμό, καθώς οι μονοκατοικίες και τα διώροφα σπίτια έδωσαν τη θέση τους σε πολυώροφες πολυκατοικίες, που υψώθηκαν και στις δύο πλευρές της. Σταδιακά άλλαξε μορφή, συγκέντρωσε την ανώτερη και μεσαία τάξη και εξελίχθηκε σε μια από τις πιο ακριβές περιοχές της Αθήνας.

Την δεκαετία του 1960 μετατράπηκε σε έναν κεντρικό δρόμο της Κυψέλης, που έγινε διάσημος για τη νυχτερινή ζωή του. Στα κέντρα διασκέδασης, τα κλαμπ, τα καφενεία, τα εστιατόρια και τα ζαχαροπλαστεία της σύχναζαν πολλοί επώνυμοι της εποχής. Μεταξύ αυτών, αξίζει να αναφέρουμε τα καφε-ζαχαροπλαστεία Σελέκτ, Οριεντάλ, Φλόκα, Λαμέρα, το κέντρο διασκέδασης Ιγκλού, το νάιτ κλαμπ Κουίντα, το ροκ κλαμπ Top Hat, το εστιατόριο Θράκα. Μάλιστα, το ζαχαροπλαστείο Σελέκτ, που λειτουργεί στη γωνία με την Επτανήσου από το 1945, αποτέλεσε το στέκι μιας μεγάλης κινηματογραφικής και θεατρικής παρέας με προεξέχοντες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη κ.ά.. Σημαντικός πόλος νυχτερινής ζωής ήταν και το κέντρο Ιγκλού που φιλοξένησε το συγκρότημα των «Φόρμιξ», στο οποίο έπαιζαν ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Ντέμης Ρούσος, πριν ξεκινήσουν τη διεθνή καριέρα τους.Από τα πρώτα νυκτερινά κέντρα της Αθήνας ήταν η Κουίντα του Μπάμπη Μουτσάτσου, η οποία  είχε γίνει αγαπημένο στέκι γνωστών Ελλήνων αλλά και ξένων καλλιτεχνών που επισκέπτονταν την Ελλάδα. Στη σκηνή της εμφανίσθηκαν πολύ γνωστά ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής, όπως ο Λούτσιο Ντάλλα.

Η είσοδος της Κουίντα
Το ζαχαροπλαστείο Σελέκτ (δεκαετία του 1960)
Τιμοκατάλογος του αναψυκτηρίου «Σπιτικό»
Η χριστουγεννιάτικα στολισμένη Φωκίωνος Νέγρη το 1964

Η Φωκίωνος Νέγρη, σε αντίθεση με την πλατεία Κολωνακίου, που ήταν χώρος κοσμικής συγκέντρωσης χαμηλών τόνων, ήταν μια από τις πιο ζωντανές και λαμπερές περιοχές της κοσμικής Αθήνας και θεωρούνταν απομίμηση της Βία Βένετο. Η ελληνική ταινία του 1965 «Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη» εκφράζει την εικόνα που είχε σχηματίσει ο κόσμος για την περιοχή, τα στέκια και τους θαμώνες της. Σε πολλά από τα ποδοσφαιράκια και τα μπιλιάρδα της σύχναζαν οι λεγόμενοι «τεντιμπόηδες» (από το αγγλικό teddy boy), νέοι με προκλητική εμφάνιση και παραβατική συμπεριφορά. Το 1958 είχε ψηφιστεί από τη Βουλή ο νόμος 4000 ως απάντηση στις αυξανόμενες τότε εκδηλώσεις νεανικής άρνησης και αντίδρασης. Ο νόμος διατηρήθηκε σε ισχύ ως το 1983. Η ευρύτερη σημασία που δόθηκε από την κοινωνία στο μέτρο αυτό φαίνεται και από την  ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη με τον τίτλο «Νόμος 4000» που γυρίστηκε το 1962. Μάλιστα, οι σκηνές  της διαπόμπευσης παραβατικών νεαρών γυρίστηκαν στην Κυψέλη, γύρω από τη Φωκίωνος Νέγρη.

Εφημ. «Εμπρός» 13/11/65

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν η Φωκίωνος Νέγρη έχασε την παλιά της αίγλη, και σταδιακά υποβαθμίστηκε. Τα παραδοσιακά στέκια έκλεισαν και έπαψε να είναι τόπος αναψυχής επωνύμων. Το 1985 πεζοδρομήθηκε, δενδροφυτεύτηκε και απέκτησε νέο πρόσωπο. Ωστόσο, την δεκαετία του 1990 τα μαγαζιά της λιγόστεψαν και αρκετοί κάτοικοι της μέσης και εύπορης αστικής τάξης μετακόμισαν στα προάστια αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Άλλα διαμερίσματα έμειναν κλειστά και άλλα νοικιάστηκαν σε φτωχότερους κατοίκους ή σε οικονομικούς μετανάστες, που άρχισαν να καταφθάνουν στη χώρα μας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, έκλεισε και η Δημοτική Αγορά, μη μπορώντας να αντέξει τον ανταγωνισμό των σούπερ μάρκετ. Μετά από πολλές περιπέτειες, το κτίσμα της Αγοράς σήμερα ανακαινίζεται και πρόκειται να στεγάσει διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου (ΣΕΔ, ΚΕΠ), καταστήματα και αίθουσες για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η πλατεία με την πέργκολα

Στις μέρες μας, στη Φωκίωνος Νέγρη και στους γύρω δρόμους κατοικούν δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, καλλιτέχνες, δικηγόροι, αφού τα δικαστήρια είναι πολύ κοντά, καθώς και  μετανάστες, που συνθέτουν το νέο πολύχρωμο και πολυπολιτισμικό πρόσωπό της. Ο πεζόδρομος δεν έχει την κίνηση ούτε τη δόξα του παρελθόντος, όμως απέκτησε νέα στέκια και νέους θαμώνες και αποτελεί μια όαση πράσινου και προσφιλή χώρο περιπάτου για τους κατοίκους της Κυψέλης και όχι μόνο. Η Φωκίωνος Νέγρη συνεχίζει να ζει πολύχρωμα και αισιόδοξα.

Φωκίωνος Νέγρη και Δροσοπούλου
Η Φωκίωνος Νέγρη χιονισμένη, τον Φεβρουάριο του 2008

Υπαίθρια γλυπτική

Κατά μήκος του δενδρόφυτου πεζόδρομου της Φωκίωνος Νέγρη συναντάμε μια σειρά από ενδιαφέροντα γλυπτά, αγάλματα και προτομές, που, σε συνδυασμό με το πράσινο και τασυντριβάνια, δημιουργούν ιδανικό περιβάλλον για τους κατοίκους, τους περιπατητές και τους θαμώνες των καφενείων.

Χαμηλά στον πεζόδρομο, στο ύψος της Ι. Δροσοπούλου, συναντάμε την ορειχάλκινη προτομή του τέως δημάρχου Αθηναίων Κώστα Κοτζιά, έργο της γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντή, που κατασκευάστηκε το 1967. Είναι τοποθετημένη σε μαρμάρινη βάση, στην οποία είναι χαραγμένη η επιγραφή: «ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΤΖΙΑΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ». Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, επί δημαρχίας Κοτζιά έγινε η κάλυψη του ρέματος Λεβίδη και επί υπουργείας του η διαμόρφωση της Φωκίωνος Νέγρη.

Η προτομή του Κώστα Κοτζιά

Η Λουκία Γεωργαντή (1919–2001), κόρη του γλύπτη Νικόλαου Γεωργαντή ήταν γλύπτρια, ζωγράφος και διακοσμήτρια. Αρχικά μαθήτευσε δίπλα στον πατέρα της και στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή των Τεχνών  της Φλωρεντίας. Επικεντρώθηκε κυρίως στη δημιουργία προτομών και ανδριάντων προσωπικοτήτων της ελληνικής κοινωνίας, που έχουν τοποθετηθεί σε δημόσιους χώρους. Έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στο σπίτι της στο Μετς στεγάζεται σήμερα το Μουσείο Γλυπτών και Ομοιωμάτων «ΛΟΥΚΙΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΗ», το οποίο ίδρυσε η ίδια το 1992 και δώρισε στον Δήμο Αθηναίων το 2000.

Ο Κώστας Κοτζιάς (1892-1951) ήταν πολιτικός και Δήμαρχος Αθηναίων. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Ρώμη. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε την πολιτική του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και συμμετείχε  στην αντιπολίτευση κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου το 1917, εκτοπίστηκε στην Κρήτη (1918 – 1919). Μετά την επικράτηση των φιλοβασιλικών στις εκλογές του 1920 επανήλθε στην ενεργό πολιτική και εξέδωσε την εφημερίδα Τα Χρονικά. Το 1928 έγινε σύμβουλος του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου και εκλέχτηκε πρόεδρος των Παιδικών Εξοχών του Πατριωτικού Ιδρύματος. Το 1934 εκλέχτηκε δήμαρχος Αθηναίων, υποστηριζόμενος από το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο για να τον ενισχύσει μετέτρεψε σε κοινότητες τους προσφυγικούς συνοικισμούς που περιέβαλαν την πόλη και ψήφιζαν φιλελεύθερα. Ένα από τα έργα του ως Δήμαρχος ήταν η παραχώρηση χώρου που ανήκε στο Δήμο Αθηναίων στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας για να χτιστούν προσφυγικές πολυκατοικίες και να στεγαστούν οι πρόσφυγες, που ως τότε έμεναν στο Πεδίο του Άρεως. Παρέμεινε Δήμαρχος ως τις 31 Αυγούστου 1936, οπότε ανέλαβε το Υπουργείο Διοικήσεως Πρωτευούσης στη δικτατορική κυβέρνηση του Ιωάννη  Μεταξά. Από τη θέση αυτή εισήγαγε νέα μοντέλα διοίκησης, δημιούργησε υποδομές και θεσμούς και υποστήριξε φιλολαϊκά μοντέλα, κυρίως στους χώρους της νεολαίας και του αθλητισμού, βοηθώντας στην αύξηση της δημοφιλίας του μεταξικού καθεστώτος. Το 1941, μετά την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Α. Κορυζή, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, την οποία ο Κοτζιάς αρνήθηκε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αν και υποστηρικτής του ναζισμού, επέλεξε να φύγει από την Ελλάδα. Μετέβη στις ΗΠΑ, μέσω Τουρκίας, όπου παρέμεινε μέχρι το 1945. Στη συνέχεια επανήλθε στην Ελλάδα και συμμετείχε πάλι στην ενεργό πολιτική. Εκλέχθηκε Δήμαρχος Αθηναίων, για δεύτερη φορά, τον Απρίλιο του 1951, πέθανε όμως, ξαφνικά από καρδιακή προσβολή τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Εκτός από την πολιτική ασχολήθηκε και με τον αθλητισμό, τόσο ως αθλητής, όσο και ως παράγοντας. Ασχολήθηκε με τον στίβο και ιδιαίτερα την ξιφασκία και έλαβε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες δύο φορές. Διετέλεσε μέλος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (1935-38) και πρόεδρος  της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (1933-34).

Άποψη του πεζόδρομου της Φωκίωνος Νέγρη, μεταξύ Επτανήσου και Δροσοπούλου




Συνεχίζοντας τον περίπατό μας κατά μήκος του πεζόδρομου της Φωκίωνος Νέγρη, στη συμβολή με την οδό Επτανήσου, μπροστά στο σιντριβάνι είναι τοποθετημένο το ορειχάλκινο προπολεμικό άγαλμα «Κόρη σε έκσταση» του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου, που παριστάνει μια γυμνή γυναίκα με τα χέρια ανοιχτά, σε κατάσταση έκστασης. Ο πλάτανος και ο κισσός που βρίσκονται γύρω της, αλλά και τα νερά του σιντριβανιού από τα οποία αναδύεται, δημιουργούν μια ιδανική ατμόσφαιρα για τους περιπατητές. Στο γλυπτό είναι φανερή η έμφαση στα καθαρά πλαστικά στοιχεία, η τάση για σχηματοποίηση της μορφής, η λιτότητα και η ρυθμική οργάνωση του περιγράμματος. Συνήθως τέτοιες γυναικείες μορφές μέσα σε σιντριβάνια αποκαλούνται «Λουόμενες».

Η «Κόρη σε έκσταση» αναδύεται μέσα από τα νερά του συντριβανιού



Ο Μιχάλης Τόμπρος (1889-1974) ήταν γλύπτης της γενιάς του μεσοπολέμου, καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και ακαδημαϊκός. Δέχτηκε τις πρώτες επιδράσεις στο πατρικό εργαστήριο μαρμαροτεχνικής στα Πατήσια, όπου παρακολουθούσε τους τεχνίτες να δουλεύουν το μάρμαρο, να αντιγράφουν αρχαία γλυπτά και να μεταφέρουν στο μάρμαρο προπλάσματα προτομών και άλλων γλυπτών. Αργότερα, σπούδασε γλυπτική και σχέδιο στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στις νέες τάσεις της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης παραμονής του στο Παρίσι (1925-1928) επηρεάστηκε κυρίως από τους κλασικιστές γλύπτες Μαγιόλ και Ντεσπιώ, αλλά και από την κυβιστική αισθητική του Πικάσο και του Μπρακ. Τα παρισινά έργα του δείχνουν ότι βαθμιαία αφαιρούσε τις επουσιώδεις λεπτομέρειες, αρνιόταν την επιφανειακή περιγραφή, έστηνε αρμονικά αρχιτεκτονημένους όγκους και επεξεργαζόταν λιτές φόρμες. Ωστόσο, στην Ελλάδα, οι καλλιτέχνες που υιοθετούσαν τις νεωτερικές αρχές αντιμετώπιζαν πολλές αντιδράσεις και δυσκολίες γιατί οι νέες αισθητικές μορφές αφενός ενοχλούσαν το κατεστημένο που τις θεωρούσε ακραίες, ξενόφερτες και επικίνδυνες και αφετέρου σκανδάλιζαν το ευρύ κοινό. Ο Τόμπρος μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ακολούθησε μια «διπλή» τεχνοτροπία», καθώς φιλοτεχνούσε έργα με συμβατικό ακαδημαϊκό ύφος για δημόσιες παραγγελίες και έργα με νεωτερικές επιδράσεις για ιδιωτικές παραγγελίες. Και αυτό γιατί ο δημόσιος χαρακτήρας της γλυπτικής που στηνόταν σε ανοικτό χώρο (μνημεία, ηρώα) υποχρέωνε τον γλύπτη να λαμβάνει υπόψη του την ευρύτερη αίσθηση του κοινού που θα ερχόταν σε άμεση επαφή με αυτά τα έργα. Παράλληλα όμως, ο γλύπτης υποστηριζόταν από μια ομάδα προοδευτικών αστών, οι οποίοι ενθάρρυναν την ελεύθερη πλαστική δημιουργία κρίνοντας πως οι νεωτερικές αναζητήσεις ανταποκρίνονταν στο νέο περιβάλλον του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Αγαπημένο θέμα του γλύπτη ήταν οι γυναικείες μορφές στις οποίες είναι εμφανής η πρόθεση συνδυασμού της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, με την αρχαϊκή τέχνη και τον κυκλαδικό πολιτισμό.


Η λουομένη της Φωκίωνος Νέγρη

Στο ύψος της οδού Έκτορος, συναντάμε το περίφημο μαρμάρινο άγαλμα του σκύλου, του γλύπτη Ευριπίδη Βαβούρη, ο οποίος χρησιμοποίησε ως μοντέλο ένα αληθινό κυνηγετικό. Η συμπάθεια για τους σκύλους που αποπνέει το γλυπτό δεν είναι τυχαία, καθώς ο καλλιτέχνης αγαπούσε τα ζώα και ειδικεύτηκε στη δημιουργία γλυπτών με θέμα κατοικίδια κυρίως ζώα (γάτες, σκύλους, κατσίκια κλ.π.) σε χαρακτηριστικές εκφράσεις και στάσεις, που φιλοτέχνησε με ρεαλιστικό ύφος. Είχε μάλιστα αποκτήσει την ικανότητα να τα βάζει να ποζάρουν.

Το άγαλμα του σκύλου




Το γλυπτό τοποθετήθηκε στο τελευταίο παρτέρι της Φωκίωνος Νέγρη το 1940, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, και από τότε άλλαξε θέση τουλάχιστον τρεις φορές.  Σύμφωνα με διηγήσεις παλαιών κατοίκων της Κυψέλης, το γλυπτό αποδίδει έναν πιστό σκύλο που όταν πέθανε ο κύριός του, μαράζωσε από τη λύπη του και έμεινε στο σημείο εκείνο να τον περιμένει για πάντα. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη άποψη που αφορά στον ηρωισμό ενός σκύλου, που έσωσε ένα κοριτσάκι όταν αυτό πετάχτηκε στο δρόμο και κινδύνευσε να χτυπηθεί από αυτοκίνητο.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο μαρμάρινος σκύλος είναι εμβληματικός για τον πεζόδρομοτης Φωκίωνος Νέγρη, καθώς το παρτέρι μέσα στο οποίο βρίσκεται αποτελεί σημείο συνάντησης τετραπόδων της περιοχής, αλλά και  μικρών παιδιών που παίζουν γύρω του και ανεβαίνουν στην πλατη του για να κάνουν έναν ακίνητο περίπατο στο πάρκο.




Το παρτέρι με το άγαλμα του σκύλου είναι χώρος συνάντησης τετραπόδων της περιοχής


Ο Ευριπίδης Βαβούρης (1911-1987) σπούδασε γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, κοντά στο Θωμά Θωμόπουλο. Εκτός από γλυπτά με θέμα τα κατοικίδια ζώα, φιλοτέχνησε και γλυπτά ανθρώπινων μορφών που στήθηκαν σε δημόσιους χώρους, όπως τιςμαρμάρινες προτομές του Σπ. Μουσουλόπουλου (1958, Γυμνάσιο Άργους), του Αντ. Λιγνού (1961, Ιστορικό Αρχείο Ύδρας) κ.ά.. Ήταν μέλος της Ομάδας «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» και παρουσίασε το έργο του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.


Συγκρότημα δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων, Φωκίωνος Νέγρη και Λέλας Καραγιάννη

Μετά το συγκρότημα των δημοτικών σχολείων και λίγο πριν φτάσουμε στην πλατεία Κυψέλης, συναντάμε την ορειχάλκινη προτομή του Σπύρου Μερκούρη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Βάσος Φαληρέας, το 1931. Η προτομή είναι στημένη πάνω σε μαρμάρινη βάση στην οποία υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή: «ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ 1899–1914, 1929–1934».


Η προτομή του Σπύρου Μερκούρη βρίσκεται κοντά στην πλατεία Κυψέλης

Ο Βάσος Φαληρέας (1905-1979) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής σχολής γλυπτών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στους Ιακωβίδη και Θωμόπουλο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι κοντά στους γλύπτες Μαγιόλ, Ντεσπιώ και Βλερίκ. Παράλληλα μαθήτευσε στο εργαστήριο του Γαλάνη και μελέτησε την τέχνη των μεταλλίων κοντά στον Ντρόπσυ. Φιλοτέχνησε πολλά μνημεία και ηρώα. Εξέθεσε τα έργα του στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων (1937) όπου βραβεύτηκε με ένα χρυσό και δύο αργυρά μετάλλια. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ήταν κάτοικος Κυψέλης, το σπίτι του βρισκόταν στη συμβολή των οδών Σπετσών και Σκύρου.

Ο Σπύρος Μερκούρης (1856-1939) ήταν γιατρός και διευθυντής του Δημοτικού Νοσοκομείου.Διετέλεσε Δήμαρχος Αθηναίων τέσσερις φορές (1899-1903, 1903-1907, 1907-1914, 1929-1934) και η μακρόχρονη παρουσία του στη θέση αυτή συνδέθηκε με την υλοποίηση σημαντικών έργων υποδομής, όπως τα έργα υδροδότησης του 1931, που συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της Αθήνας. Το 1916 κατηγορήθηκε για την διοργάνωση των Νοεμβριανών (επεισόδια που οργάνωσαν και εκτέλεσαν οι βασιλόφρονες εναντίων των Βενιζελικών). Με την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, το 1917, εξορίστηκε μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς στην Κορσική. Όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920 και η φιλοβασιλική παράταξη ανέλαβε πάλι την εξουσία, ο Μερκούρης επέστρεψε από την εξορία, ενώ η εις βάρος του θανατική καταδίκη διαγράφτηκε. Διετέλεσε και βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Ο γιος του ήταν επίσης βουλευτής, ενώ εγγονή του ήταν η γνωστή σε όλους μας ηθοποιός και πολιτικός Μελίνα Μερκούρη.

H Φωκίωνος Νέγρη είναι ένας πεζόδρομος με ιστορία, ζωντάνια, πολυχρωμία και έντονη παρουσία της τέχνης, που φιλοδοξεί να ξαναζήσει τις μέρες της παλιάς του δόξας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αδάμ, Μ., Ιστορίες από τη γειτονιά μου και … λίγο παραπέρα. Κυψέλη 1919-1959, Αθήνα 2012.

Αντωνοπούλου, Ζ., Τα γλυπτά της Αθήνας. Υπαίθρια γλυπτική 1834-2004, Αθήνα 2003.

Βασενχόβεν, Μ., «Η θρυλική πλατεία Φωκίωνος Νέγρη», Η Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες, Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2003, σσ. 11-13.

Δασκαλοθανάσης, Ν., «Αρχές και αξίες της νεότερης ελληνικής τέχνης», στο Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες. Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας,  τόμ. Γ΄: Νεότερη και σύγχρονη Τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σσ. 15-77.

Καιροφίλας, Γ., Η Αθήνα στη δεκαετία του ’60, Αθήνα 1997.

Κορομηλάς, Λ. Γ., Το αθηναϊκό κελάρυσμα,  Αθήνα 1977.

Κωτίδης, Α., «Το μεταπολεμικό πρόσωπο της ελληνικής τέχνης», στο Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμ. Γ΄: Νεότερη και σύγχρονη Τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σσ. 79-183.

Μπούρας, Δ., «Η Φωκίωνος του ελληνικού “σταρ σύστεμ”», H Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες, Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2003, σ. 32.

Παυλόπουλος, Δ.,  Ζητήματα νεοελληνικής γλυπτικής, Αθήνα 1988.

Του ιδίου, «Το πρόβλημα της πρωτοπορίας στη γλυπτική του Μιχάλη Τόμπρου», στο Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου. Η ελληνική εμπειρία, Αθήνα 1992, σσ. 394-398.