Γιάννης Στουρνάρας: Πως η Ευρώπη θα γίνει… πεντάμορφη και όχι τέρας

Την ανάγκη να κλείσει γρήγορα η αξιολόγηση και να προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις ώστε να ανοίξει το κεφάλαιο της διευθέτησης του χρέους, τόνισε μεταξύ άλλων ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, κατά την παρουσίαση του βιβλίου  των Παναγιώτη Λιαργκόβα και Χρήστου Παπαγεωργίου με τίτλο «Το Ευρωπαϊκό Φαινόμενο – Η ενοποίηση και οι προσπάθειες υλοποίησης της ιδέας».

Η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί σκιαγράφησε την πορεία που οφείλει να ακολουθήσει η Ευρώπη, αν θέλει να εξελιχθεί σε μία… πεντάμορφη και όχι ένα τέρας.

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο, στάθηκα στο χαρακτηρισμό «εμφύλιοι» που αποδίδουν οι συγγραφείς στους δύο μεγάλους καταστροφικούς πολέμους του 20ού αιώνα. Μιλάμε συνήθως για παγκόσμιους πολέμους, αλλά, βλέποντάς τους σήμερα υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν πράγματι εμφύλιοι. Ήταν πόλεμοι που έφεραν απέναντι αιωνίους – τότε – αντιπάλους, οι οποίοι ανήκουν σήμερα στην ίδια οικογένεια, μοιράζονται κοινά ιδανικά και αξίες και οικοδομούν το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Ποταμοί αίματος χύθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη για να φτάσουμε σήμερα να μιλάμε για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να ζούμε σε μια ήπειρο ειρήνης και συνεργασίας.  

Όλη αυτή η προσπάθεια για την ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν ήταν, και ούτε είναι εύκολη. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα μέχρι σήμερα, αλλά απέχουμε πολύ από τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ομόσπονδου κράτους, που – δεν σας το κρύβω – θα ήταν για μένα η καλύτερη προοπτική. Πίστευα πάντα ότι υπάρχει μία ευρωπαϊκή ταυτότητα, ότι στην Ευρώπη μας ενώνουν πολλά παραπάνω από όσα μας χωρίζουν και ότι ενωμένοι θα πετύχουμε περισσότερα για την ευημερία μας και για τη σταθερότητα, αλλά και για την κοινωνική δικαιοσύνη. Υπάρχει βέβαια μεγάλη απόσταση να καλυφθεί μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο και δεν ξέρω αν θα το φτάσουμε ποτέ, καθώς κάποιες τελευταίες εξελίξεις δεν είναι πολύ ενθαρρυντικές. Η έξαρση του λαϊκισμού, η αναβίωση του εθνικισμού, ο ρατσισμός, η άνοδος ακραίων και ξενοφοβικών κομμάτων, δεν είναι οι καλύτεροι οιωνοί για την Ευρώπη που οραματιζόμαστε.

Παρόλα αυτά, νομίζω ότι μέσα σε όλη αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα δίνεται στην Ευρώπη η ευκαιρία να αποκτήσει μια δυνατότερη φωνή. Η Ευρώπη, μετά την βρετανική ψήφο υπέρ του Brexit πρέπει να επιδείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και να απαντήσει στις κατηγορίες ότι δεν επαρκεί. Απαντώντας, θα πρέπει να αναλάβει περισσότερες ευθύνες. Νομίζω ότι μετά το Brexit, αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη. Δηλαδή περισσότερη Ευρώπη στα μεγάλα θέματα, στρατηγικής, γενικών κατευθύνσεων και λιγότερη Ευρώπη σε γραφειοκρατικά θέματα, η ευθύνη για τα οποία μπορεί να παραμείνει στα κράτη-μέλη. Ζητήματα όπως το μεταναστευτικό και η ασφάλεια απαιτούν κοινές δράσεις και αποτελεσματικό συντονισμό.

Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη – ή καλύτερα στην ευρωζώνη (για να είμαστε πιο κοντά στα ζητήματα τα δικά μου) – έχουμε ουσιαστικά μόνο Νομισματική Ένωση και λιγότερο Οικονομική Ένωση. Πολύ λιγότερο μάλιστα Δημοσιονομική ή Πολιτική Ένωση. Οι συνθήκες σήμερα δεν είναι ώριμες για να οδηγηθούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, στις οποίες είχαν αναφερθεί, μεταξύ πολλών άλλων, ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ και ο Γουίνστον Τσόρτσιλ. Θα πρέπει, όμως, παρά τα εμπόδια να προχωρήσουμε με ρεαλισμό σε μια μορφή πιο ολοκληρωμένης ομοσπονδίας. Οι τελευταίες προτάσεις του προέδρου Μακρόν, όπως τις παρουσίασε στη Σορβόννη, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, και ο αναμφισβήτητος φιλοευρωπαϊκός χαρακτήρας της καγκελαρίου Μέρκελ δημιουργεί την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να γίνει. Υπάρχει, επίσης, η Έκθεση των Πέντε Προέδρων που προτείνει τρόπους για να ισχυροποιηθεί η ευρωζώνη. Όλα αυτά γεννούν ελπίδες.

Ο δρόμος θα είναι όμως μακρύς και γεμάτος εμπόδια. Αλλά πρέπει να παραδειγματιστούμε από τη σκέψη και τη δράση των «πατέρων» της Ευρώπης αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή, πιο πρόσφατα, του Φρανσουά Μιτεράν και του Χέλμουτ Κολ, οι οποίοι έβαλαν στην άκρη τις διαφωνίες τους και εστίασαν σε αυτά που τους έβρισκαν σύμφωνους, για να φτάσουμε στην ΟΝΕ, με τη μεγάλη συμβολή βέβαια και του προέδρου Ζακ Ντελόρ.

Η ευρωζώνη, στην οποία ανήκουμε είναι μια ασπίδα προστασίας, όχι μόνο για μας, εδώ στην Ελλάδα, αλλά για όλους τους Ευρωπαίους. Πέρα από αυτό, είναι η ίδια η ταυτότητα της Ευρώπης, είναι πλέον ο θεμέλιος λίθος για την ύπαρξή της. Για να επιβιώσει όμως η ευρωζώνη, πρέπει να γίνουν κάποιες ρεαλιστικές αλλαγές. Μπορούμε να κερδίσουμε όλοι από μια καλύτερη ευρωζώνη. Και υπάρχουν προτάσεις, όπως ανέφερα πριν.

Πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αρχίσει η συζήτηση για τις αλλαγές αυτές. Έχουμε τη γνώση και την εμπειρία για να αξιολογήσουμε τα μέτρα που ήδη έχουμε πάρει, να διακρίνουμε τα λάθη που κάναμε και να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματά μας, έτσι ώστε η επόμενη κρίση, εάν και όποτε έλθει, δεν θα μας βρει απροετοίμαστους.

Σήμερα, που η ευρωζώνη ανακάμπτει, θα ήταν μεγάλο λάθος να ισχυριστούμε ότι ξεπεράστηκαν όλα τα προβλήματα ή ότι μπορούμε να αποφύγουμε μία μελλοντική κρίση. Θα είναι ολέθριο σφάλμα να μας βρει ανέτοιμους μια νέα κρίση. Γι΄ αυτό ακριβώς χρειάζεται να μετατρέψουμε τη σημερινή νομισματική ένωση σε μία πληρέστερη οικονομική και νομισματική ένωση, που από τη μια μεριά θα διαθέτει όλα τα ικανά μέσα και όλους τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση έκτακτων κρίσεων και από την άλλη θα έχει εξοπλιστεί με κανόνες μακροπρόθεσμης διακυβέρνησης.

Για να μην είμαι άδικος, πρέπει να τονίσω ότι στα επτά χρόνια της κρίσης έγιναν σημαντικά βήματα για την ομαλή λειτουργία της ευρωζώνης και τη στήριξη των χωρών με προβλήματα, όπως η δική μας. Αναφέρω τα σημαντικότερα:

Η παροχή διακρατικών δανείων προς την Ελλάδα, η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και του διαδόχου του, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Η δημιουργία (της ατελούς ακόμα) τραπεζικής ένωσης και η εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων κανονιστικής ρύθμισης και εποπτείας των τραπεζών. Η σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και η δημιουργία κατάλληλων μακροπροληπτικών εργαλείων με  μεγαλύτερη έμφαση στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των συστημικών κινδύνων. Και βέβαια οι σημαντικές παρεμβάσεις της ΕΚΤ που σταθεροποίησαν την Ευρωζώνη και τις αγορές ομολόγων σε δύσκολες στιγμές.

Όλα αυτά ήταν τα πρώτα βήματα, που συνέβαλαν στην αντιμετώπιση της κρίσης, σε συνδυασμό πάντα με τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο. Αλλά δεν αρκούν για την αντιμετώπιση μιας πιθανής μελλοντικής κρίσης. Η ΕΚΤ αδυνατεί να φέρει μόνη της το βάρος της σταθεροποίησης της ευρωζώνης και να διατηρεί για πάντα τη χαλαρή νομισματική πολιτική των τελευταίων ετών. Εξάλλου, οι μέχρι τώρα αλλαγές αποσκοπούσαν περισσότερο στην κάλυψη των κενών παρά στην ισχυροποίηση της ΟΝΕ. Οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν από εδώ και πέρα στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και του αναπτυξιακού δυναμικού των οικονομιών μας και στην επανεκκίνηση της διαδικασίας πραγματικής σύγκλισης, μέσω της οποίας θα βελτιωθεί η ευημερία όλων των πολιτών της ζώνης του ευρώ. Η κατάλληλη στιγμή για δράση είναι τώρα που η οικονομία της ζώνης του ευρώ πατάει σε πιο στέρεο έδαφος.

Τα επόμενα βήματα για την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης  πρέπει να περιλαμβάνουν:

  • την ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης ώστε να λειτουργούν συμμετρικά, τόσο για τις χώρες-μέλη με ελλείμματα όσο και για χώρες-μέλη με πλεονάσματα,
  • την ενίσχυση των μηχανισμών επιμερισμού τόσο των κινδύνων όσο και των ευθυνών,
  • την προώθηση μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της ανθεκτικότητας του ευρώ σε μελλοντικές κρίσεις και
  • την αυξημένη λογοδοσία των ευρωπαϊκών θεσμών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ας δούμε κάποια από αυτά λίγο πιο αναλυτικά:

Η συνεχής και αυξανόμενη συσσώρευση πλεονασμάτων σε ορισμένες χώρες-μέλη της ευρωζώνης δυσκόλεψε τις προσπάθειες προσαρμογής των ελλειμματικών χωρών, προκαλώντας σε αυτές μεγαλύτερη ύφεση και ανεργία. Γι΄ αυτό το λόγο πρέπει να ενισχυθούν οι μηχανισμοί οικονομικής εξισορρόπησης εντός της ευρωζώνης και να λειτουργούν συμμετρικά και για τις χώρες-μέλη με ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο και για τις χώρες-μέλη με πλεονάσματα. Προς τον σκοπό αυτό πρέπει να εξασφαλιστεί, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών), ότι τηρούνται τα όρια που προβλέπονται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη που συσσωρεύουν μεγάλα και συνεχή πλεονάσματα. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με τη Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών, για να λειτουργεί η νομισματική ένωση αποτελεσματικά, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν μπορεί να είναι πέρα από τα όρια από -3% του ΑΕΠ ως και +5% του ΑΕΠ. Υπάρχουν σήμερα χώρες που έχουν 7% του ΑΕΠ επί 7-8 χρόνια και δεν λαμβάνουν μέτρα για να το περιορίσουν. Αυτό κάνει δυσκολότερη τη ζωή των χωρών-μελών που είχαν έλλειμμα, όπως εμείς.

Για τον επιμερισμό των κινδύνων στην ευρωζώνη έχουν κατατεθεί αρκετές προτάσεις. Θυμίζω την Έκθεση των Πέντε Προέδρων του 2015, που προανέφερα, την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εμβάθυνση της ευρωζώνης τον Μάιο του 2017, αλλά και τις προτάσεις του Ινστιτούτου Ζακ Ντελόρ το 2016, αμέσως μετά την βρετανική ψήφο υπέρ του Brexit.

Στον ιδιωτικό τομέα αυτό μπορεί να γίνει με τη δημιουργία μιας χρηματοπιστωτικής ένωσης, που θα περιλαμβάνει πλήρως ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων και με την ενοποίηση όλων των κανόνων λειτουργίας και εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. ;Ένα αποτελεσματικό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων έχει ως προαπαιτούμενο τη δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης (fiscal backstop) που θα μπορούσε να ήταν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM).

Εκτός, όμως, από τον επιμερισμό των κινδύνων στον ιδιωτικό, απαιτείται να γίνει το ίδιο και στον δημόσιο τομέα, μέσω της δημιουργίας ενός κεντρικού εργαλείου δημοσιονομικής σταθεροποίησης στη ζώνη του ευρώ για την απορρόφηση τυχόν ισχυρών μακροοικονομικών κραδασμών και την προστασία από τις ασύμμετρες διαταραχές που προκαλούν οι περιφερειακοί κλυδωνισμοί.

Η εμπειρία από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (Σχέδιο Juncker) είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε αυτό το σημείο, γιατί μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια συμφωνία που θα προωθεί μεταρρυθμίσεις με αντάλλαγμα επενδύσεις, που θα χρηματοδοτούνται μέσω ενός κοινού ταμείου ευρωπαϊκών πόρων, προερχόμενων είτε από κάποιο διακυβερνητικό ταμείο επενδύσεων είτε από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Άλλες προτάσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας είναι: η έκδοση ευρωπαϊκών «ασφαλών» ομολόγων (ESBies) και, σε απώτερο στάδιο, ευρωομολόγων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, καθώς  και η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού ασφάλισης έναντι της ανεργίας. Η ολοκλήρωση της  Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Η μετατροπή του ESM σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, που θα λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης και θα μπορούν να προσφεύγουν σε αυτό οι χώρες που δεν μπορούν να απευθυνθούν στις αγορές κάτω βεβαίως από όρους και προϋποθέσεις. Η δημιουργία θέσης υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης και ο έλεγχός του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Είναι αυτονόητο βέβαια ότι πρωτίστως πρέπει να προχωρήσουν εκείνες οι αλλαγές που δεν απαιτούν τροποποιήσεις στη Συνθήκη, ενώ αλλαγές που απαιτούν τροποποιήσεις σ’ αυτή πρέπει να αφεθούν για χρόνο που οι συνθήκες θα είναι πιο ώριμες. Στο σημείο αυτό σημειώνω με ικανοποίηση κάποια σύγκλιση απόψεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας στα ζητήματα αυτά. Όπως επίσης και τις διαφορές απόψεων για το πώς πρέπει να προχωρήσουν οι αλλαγές αυτές: Με διακυβερνητική συμφωνία ή μέσω θεσμικών ρυθμίσεων.

Όσον αφορά τα δικά μας, απαιτείται εντατικοποίηση των προσπαθειών για την ταχύτατη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος και την ολοκλήρωση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς. Έτσι θα ξεκινήσει και η συζήτηση για τη διευθέτηση του χρέους, που θα επιτρέψει την ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων του Ευρωσυστήματος, και, κυρίως, την ομαλή πρόσβαση στις αγορές μετά το τέλος του προγράμματος. Η βελτίωση της εμπιστοσύνης και η συνακόλουθη άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας θα επιταχύνουν την επιστροφή καταθέσεων και θα έχουν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω χαλάρωση και τελικά την πλήρη κατάργηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για μια ήπια αναδιάρθρωση του χρέους, όπως, για παράδειγμα, η μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του EFSF κατά 8½ χρόνια τουλάχιστον. Αυτή η πρόταση ήπιας αναδιάρθρωσης του χρέους είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα, ενώ για τους εταίρους της συνεπάγεται ελάχιστο μόνο κόστος.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και καλούμαστε να στοχαστούμε για το μέλλον της Ευρώπης και να βρούμε τους τρόπους για να ενδυναμώσουμε την ΟΝΕ. Η κατάλληλη ευκαιρία είναι τώρα που η ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ επιταχύνεται και οι ευρωπαϊκές οικονομίες ανακάμπτουν. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα μας προσφέρει όλα τα στοιχεία που χρειαζόμαστε για να παραδειγματιστούμε από τη δράση των προγενέστερων ή και να αποφύγουμε τα λάθη τους, έτσι ώστε να πάρουμε τις αποφάσεις εκείνες που θα οδηγήσουν στην ενδυνάμωση του κοινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος με την περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Διότι, όπως είπε στις αρχές του χρόνου ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης, με τον οποίο βρισκόμασταν μαζί σε ένα ανάλογο πάνελ, «η Ευρώπη ξεκίνησε ως πεντάμορφη και δεν θέλουμε να καταλήξει ως τέρας».