Γιατί η αξιολόγηση θα κλείσει γρήγορα και η Ελλάδα θα βγει από τα μνημόνια

Δανειστές και κυβέρνηση έχουν πλέον έναν κοινό στόχο. Την επιτυχή ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης και την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια.

Το ότι υπάρχει σύμπλευση των δύο πλευρών αποδεικνύεται και από το κλίμα που επικρατεί στις διαπραγματεύσεις για την τρίτη αξιολόγηση. Η ανταγωνιστική προσέγγιση έχει πλέον υποκατασταθεί από την κοινή προσέγγιση του θέματος που έχει επέλθει χάρη στη συνεννόηση, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και την διαπίστωση των δανειστών ότι η κυβέρνηση προσπαθεί πραγματικά να προωθήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και να βγάλει τη χώρα από τα προγράμματα. Αυτό σημαίνει πως έχει αποκατασταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη.

Εξάλλου, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν καμία διάθεση να δώσουν και άλλα δάνεια στην Ελλάδα και για το λόγο αυτό προσπαθούν να δημιουργήσουν τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις να επανέλθει η Ελλάδα στις αγορές.

Στο θέμα αυτό πολύ ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό είναι δημοσίευμα της εφημερίδα Ναυτεμπορική όπου αναφέρεται:

Αξιολόγηση fast track 

Η εντύπωση που επικρατεί στους πιστωτές, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Ν», είναι ότι ο κ. Τσίπρας έχει αποφασίσει να ολοκληρώσει επιτυχώς αυτό το πρόγραμμα. 

Μπορεί να τηρούν τη δέουσα απόσταση ασφαλείας, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι όλοι οι υπουργοί δεσμευμένοι στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, όπως αρέσκονται να περιγράφουν τις παλινωδίες στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Ωστόσο, εκτιμούν ότι η γ’ αξιολόγηση συγκεντρώνει τις υψηλότερες πιθανότητες να ολοκληρωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα, δηλαδή έως το τέλος του έτους. Στην επισήμανση ότι ακόμη εκκρεμεί σχεδόν το 80% των prior actions, παράγοντες-«κλειδιά» για την επίτευξη της συμφωνίας, τονίζουν πως ένα υψηλό ποσοστό των ανοιχτών θεμάτων έχει πάρει τον δρόμο της υλοποίησης. Αρνούνται ότι οι ίδιοι επιταχύνουν τώρα τις εξελίξεις, μπροστά στη διαφαινόμενη αδυναμία να «σηκώσουν» πολιτικά ένα 4ο πρόγραμμα στην Ελλάδα. Αντιθέτως, προσεγγίζουν τον κ. Τσίπρα ως έναν άτακτο αλλά καλό μαθητή τα τελευταία 2,5 χρόνια, ο οποίος τώρα έχει μάθει τη δουλειά.
Σε ό,τι αφορά το λεγόμενο κοινωνικό μέρισμα της κυβέρνησης, ως εξισορροπητικό στοιχείο της ακατάσχετης φορολογικής πολιτικής, οι θεσμοί δεν φαίνεται να προβάλλουν εμπόδια. Πηγές της «Ν», οι οποίες επιβεβαίωναν καταρχήν συμφωνία στο ύψος του ποσού που θα διατεθεί, συμπλήρωναν ότι εκκρεμούν οι ακριβείς λεπτομέρειες για τη διανομή του. Διευκρίνιζαν δε πως αυτήν τη φορά είναι διαφορετικά καθώς η κυβέρνηση δεν αιφνιδίασε, αλλά συζήτησε εξαρχής με τους θεσμούς τις προθέσεις της, σε αντίθεση με την περίπτωση της επιδότησης στους συνταξιούχους το 2016 η οποία έφερε σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση για την τότε αξιολόγηση του προγράμματος, οδηγώντας στην περιβόητη απολογητικού χαρακτήρα επιστολή Τσακαλώτου.

Η επόμενη μέρα

Μια μορφή στενής επιτήρησης της οικονομικής πολιτικής μετά το τέλος του προγράμματος είναι αναπόσπαστο μέρος όλων των σεναρίων που βρίσκονται στο τραπέζι για την επόμενη μέρα. Οι θεσμοί παραπέμπουν εξάλλου στα παραδείγματα των υπόλοιπων χωρών που εξήλθαν από τον μηχανισμό στήριξης, ως μίνιμουμ διασφάλιση μιας συνέχειας, ιδίως στον τομέα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Πρόσφατα, κοινοτικός αξιωματούχος περιέγραψε την εκδοχή ενός νέου «υβριδικού» μηχανισμού, ειδικά για την Ελλάδα, που από τη μία πλευρά θα προβλέπει την ενισχυμένη εποπτεία της οικονομικής πολιτικής και από την άλλη θα εγγυάται την έξοδο στις αγορές σε συνδυασμό με μια περαιτέρω ρύθμιση του χρέους. Όμως, η Κομισιόν δεν συμμετέχει με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα. Πηγές με εξαιρετική εικόνα των ζυμώσεων στο «στρατόπεδο» των πιστωτών υπογραμμίζουν ότι η λύση αυτή θα απαιτούσε την ενεργοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το ελληνικό χρέος, σπεύδοντας να συμπληρώσουν ότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, αυτό δεν θα χρειαστεί. Η προληπτική πιστωτική γραμμή παραμένει στο τραπέζι ως σενάριο με υψηλές πιθανότητες, ωστόσο, εξαγγελλόμενος στόχος -και- των θεσμών είναι η «καθαρή έξοδος» από το μνημόνιο.   

Συνομιλητής της «Ν» με βαρύνουσα σημασία στην ελληνική υπόθεση έλεγε πρόσφατα ότι ένα επιτόκιο της τάξης του 4% θα ήταν ρεαλιστικό και άλλωστε αντιπροσωπευτικό για την Ελλάδα. Εξάλλου, υπογράμμιζε, το ελληνικό δημόσιο απολαμβάνει τα χαμηλά επιτόκια του ESM από τις ρυθμίσεις που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή και εκτείνονται σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Επιπλέον, εξέφραζε την εκτίμηση ότι το ελληνικό κράτος δεν θα έχει ανάγκη να αντλεί υψηλά ποσά από τις αγορές, δεδομένων των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων τα οποία οφείλει να διατηρεί μέσα από την αντίστοιχη συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμικούς πιστωτές. Σε κάθε περίπτωση, για το διάστημα που θα μεσολαβήσει έως τον Αύγουστο του 2018 οι θεσμοί αξιολογούν ως θεμιτή εξέλιξη την πρόσφατη έξοδο του ελληνικού δημοσίου στις αγορές και θεωρούν ότι θα είναι καλό να επαναληφθεί. Εκτιμούν ότι το timing της επόμενης απόπειρας δεν έχει τόση σημασία και ορίζεται απλώς από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά στις αγορές.

Αν κάτι είναι πλέον δεδομένο στο ελληνικό ζήτημα αφορά την άμεση ή έμμεση, συνειδητή ή ασυνείδητη, στήριξη του ευρωπαϊκού παράγοντα στη σημερινή κυβέρνηση. «Αυτή είναι η κυβέρνηση της Ελλάδας, με αυτήν θα πρέπει να δουλέψουμε» είναι η προφανής και πολιτικά ορθή απάντηση αξιωματούχων σε επισημάνσεις περί ασυνήθιστης νηνεμίας στις πάλαι ποτέ ζωηρές σχέσεις των θεσμών με την ελληνική κυβέρνηση. 

Ωστόσο, είναι επίσης προφανής και μάλλον εύλογη η τάση ωραιοποίησης των δεδομένων γύρω από την ελληνική οικονομία, ακόμη και αν αυτή δεν υποστηρίζεται από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Αρκεί μια ματιά στο ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες (5 δισ. ευρώ) και των ιδιωτών προς το Δημόσιο (100 δισ. ευρώ). Στον ρυθμό επιστροφής των καταθέσεων (35 δισ. λιγότερες από το 2015). Στην αξία των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις τράπεζες (περισσότερα από 100 δισ. ευρώ). Στη δυνατότητα προσέλκυσης επενδύσεων (βυθισμένες στο 12% του ΑΕΠ, δηλαδή στο μισό του ευρωπαϊκού μ.ό.).

Όμως στη δύση του τρίτου προγράμματος στην Ελλάδα  προβάλλει ισχυρή όσο ποτέ η ανάγκη ενός success story. Εξάλλου, ο πάλαι ποτέ λαϊκιστής, όπως τον χαρακτήριζαν οι Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Γερούν Ντέισελμπλουμ, Αλέξης Τσίπρας θεωρείται ο πιο κατάλληλος να περάσει στην ιστορία ως ο ηγέτης που «έβγαλε τη χώρα από το μνημόνιο» επειδή τελικά το εφάρμοσε.