Οκτώ συστάσεις για να κλείσει η μισθολογική ψαλίδα αντρών-γυναικών

Κλείσιμο του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων, περιλαμβάνει νέα πρόταση που κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το σχέδιο ορίζει οκτώ συστάσεις για τις χώρες της ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ισότιμα στο χώρο εργασίας. Η πρόταση περιλαμβάνει τον καθορισμό ελάχιστων κυρώσεων για επιχειρήσεις που δεν παρέχουν ίση αμοιβή και τον έλεγχο πολυμορφίας των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών εταιρειών.

Η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει τα μέτρα μέχρι τα τέλη του 2019, όπου λήγει η ισχύουσα θητεία της.

«Δεν βλέπουμε μεγάλη πρόοδο τα τελευταία 10 χρόνια», ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου η επικεφαλής της Επιτροπής για την ισότητα των φύλων, Vera Jourove. «Δεν μειώνουμε σημαντικά αυτό το χάσμα, παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες».

Η Επιτροπή ανέφερε ότι οι γυναίκες στην ΕΕ κερδίζουν κατά μέσο όρο 16,3% ανά ώρα από τους άνδρες, ποσοστό που δεν μειώθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια.

Ταυτόχρονα, μια δημοσκόπηση του Ευρωβαρομέτρου καταδεικνύει ότι το 90% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι είναι απαράδεκτο να πληρώνονται οι γυναίκες λιγότερο από τους άνδρες για την ίδια εργασία.

Σήμερα και αύριο, η Επιτροπή διεξάγει, επίσης, ετήσια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων της ΕΕ, όπου θα συζητήσουν τα δικαιώματα των γυναικών.

«Τα πράγματα κινούνται προς τα πίσω σε πολλά μέρη του κόσμου», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Frans Timmermans, στις εισαγωγικές του παρατηρήσεις σε διάσκεψη αφιερωμένη στα δικαιώματα των γυναικών.

Το 2012, η Επιτροπή πρότεινε νομοθεσία που απαιτεί τουλάχιστον το 40% των μη εκτελεστικών θέσεων σε εταιρείες να κατέχονται από γυναίκες. Ωστόσο, η εν λόγω πρόταση δεν εγκρίθηκε, διότι δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η Βρετανία και η Γερμανία αντιτάχθηκαν στις ποσοστώσεις.

Το 2014, ο πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έθεσε το στόχο του 40% γυναικείας εκπροσώπησης στις θέσεις ανώτερων και μεσαίων στελεχών της Επιτροπής έως το 2019. Τον Μάρτιο, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε ποσοστό σχεδόν 35% από 29% το 2013.