Οσο περισσότερη φυσική δραστηριότητα τόσο μειώνεται ο κίνδυνος θανάτου από την καρδιά

3ïò Áãþíáò Äñüìïõ ÉóôïñéêÞò ÌíÞìçò ÍÝáò Óìýñíçò ðïõ äéïñãÜíùóå ï Áèëçôéêüò êáé Ðïëéôéóôéêüò Ïñãáíéóìüò ôïõ ÄÞìïõ ÍÝáò Óìýñíçò, ôçí ÊõñéáêÞ 8 Ïêôùâñßïõ 2017. (EUROKINISSI/ÔÁÔÉÁÍÁ ÌÐÏËÁÑÇ)

Η αυξανόμενη φυσική δραστηριότητα μειώνει τους θανάτους και την καρδιαγγειακή νόσο σε όλα τα άτομα μέσης ηλικίας. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε έρευνα η οποία έγινε σε 17 χώρες.

Η μελέτη έγινε με χρηματοδότηση από το Ινστιτούτο Έρευνας για την Υγεία του Πληθυσμού, τα Καναδικά Ινστιτούτα για την Έρευνα στην Υγεία, το Ίδρυμα για την Καρδιά και τα Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια του Οντάριο,  την Υποστηρικτική Μονάδα SPOR του Οντάριο, Υπουργείο Υγείας και Μακροχρόνιας Φροντίδας του Οντάριο, τις εταιρείες AstraZeneca, Sanofi-Aventis, Boehringer Ingelheim, Servier, GSK, Novartis, King Pharma και με τη συμμετοχή Εθνικών και Τοπικών Οργανισμών από τις συμμετέχουσες 17 χώρες (Καναδά, Σουηδία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αργεντινή, Βραζιλία, Χιλή, Πολωνία, Τουρκία, Μαλαισία, Νότια Αφρική, Κίνα, Κολομβία, Ιράν, Μπαγκλαντές, Ινδία, Πακιστάν και Ζιμπάμπουε), εστίασε στο κατά πόσο η φυσική δραστηριότητα προστατεύει από τα καρδιακά νοσήματα είτε στις ανεπτυγμένες χώρες είτε στις αναπτυσσόμενες.

Όπως ανέφεραν οι επιστήμονες, γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ότι η φυσική δραστηριότητα έχει προστατευτική επίδραση κατά της καρδιαγγειακής νόσου (CVD) στις χώρες υψηλού εισοδήματος, όπου η φυσική δραστηριότητα είναι κυρίως ψυχαγωγική, αλλά δεν είναι γνωστό εάν παρατηρείται το ίδιο και σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου η φυσική δραστηριότητα είναι κυρίως μη ψυχαγωγική.

Για τον λόγο αυτό εξέτασαν κατά πόσο το διαφορετικό περιεχόμενο και οι διαφορετικοί τύποι φυσικής δραστηριότητας σχετίζονται με τη χαμηλή θνησιμότητα και τη καρδιαγγειακή νόσο σε χώρες που έχουν διαφορετικά οικονομικά επίπεδα.

Σε αυτή την προοπτική μελέτη κοόρτης, στρατολόγησαν συμμετέχοντες από 17 χώρες. Εντός κάθε χώρας, προσδιορίστηκαν αστικές και αγροτικές περιοχές γύρω από επιλεγμένες μεγαλουπόλεις και πόλεις για να αποτυπώσουν τη γεωγραφική διαφορετικότητα. Σε αυτές τις κοινότητες προσκάλεσαν άτομα ηλικίας 35 – 70 ετών οι οποίοι όμως δεν θα μετακινούνταν από την παρούσα διεύθυνσή τους για τουλάχιστον ακόμα 4 έτη.

Η συνολική φυσική δραστηριότητα αξιολογήθηκε με τη χρήση του Διεθνούς Ερωτηματολογίου για τη Φυσική Δραστηριότητα (IPQA).

Για τις ανάγκες της προοπτικής αυτής μελέτης κοόρτης έλαβαν μέρος πάνω από 130.000 άτομα. Ενώ οι συμμετέχοντες με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο αποκλείστηκαν από τις αναλύσεις. Συγκεκριμένα, από 1 Ιανουαρίου 2003 έως 31 Δεκεμβρίου 2010, εντάχθηκαν στη μελέτη 168.916 άτομα, εκ των οποίων 141.945 ολοκλήρωσαν το Ερωτηματολόγιο IPAQ. Οι αναλύσεις όμως, περιορίστηκαν σε 130.843 συμμετέχοντες που δεν είχαν προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο.

Η θνησιμότητα και η καρδιαγγειακή νόσος καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια μιας μέσης περιόδου παρακολούθησης 6,9 ετών. Οι κύριες κλινικές εκβάσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης ήταν η θνησιμότητα και η σοβαρή καρδιαγγειακή νόσος (θνησιμότητα από CVD, νέα περιστατικά εμφράγματος μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας), είτε συνδυαστικά είτε χωριστά. Οι επιπτώσεις της φυσικής δραστηριότητας στη θνησιμότητα και την CVD προσαρμόστηκαν για κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες και άλλους παράγοντες κινδύνους που λαμβάνουν υπόψη την ομαδοποίηση κατά νοικοκυριά, κοινότητες και χώρες.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο «The Lancet», η υψηλότερη φυσική δραστηριότητα επέφερε χαμηλότερο κίνδυνο CVD και θνησιμότητα σε χώρες υψηλού εισοδήματος, μέσου εισοδήματος και χαμηλού εισοδήματος. Γεγονός που σημαίνει ότι τόσο τα άτομα που είχαν φυσική δραστηριότητα για ψυχαγωγικούς κυρίως λόγους όσο και αυτά που είχαν μη ψυχαγωγική φυσική δραστηριότητα απολάμβαναν τα σημαντικά της οφέλη.

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, η αυξανόμενη φυσική δραστηριότητα είναι μια απλή, ευρέως εφαρμοστέα, και πάνω από όλα χαμηλού κόστους παγκόσμια στρατηγική, η οποία, όπως λένε, θα μπορούσε να μειώσει τους θανάτους και την καρδιαγγειακή νόσο σε όλα τα άτομα μέσης ηλικίας, που αποτελούν την ομάδα υψηλής επικινδυνότητας.