Πρόεδρος Δημοκρατίας : Η δωροδοκία υπουργών δεν παραγράφεται

Η δωροδοκία υπουργών δεν παραγράφεται. Είναι ένα από τα νομικά ζητήματα, τα κεντρικά, τα οποία θα απασχολήσουν νομικούς, πολιτικούς, βουλευτές, δημοσιογράφους. την  προανακριτική επιτροπή και γενικώς όσους εντρυφήσουν στο σκάνδαλο Novartis.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος σε χρόνο πρωθύστερο, είχε ως νομικός εγνωσμένου κύρους και μεγάλης εμβέλειας, αποφανθεί πως η δωροδοκία των πολιτικών προσώπων και γενικότερα τα ποινικά αδικήματα δεν παραγράφονται, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 86 παράγραφος 3 εδάφιον β’.

Αρθρογραφώντας για την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με άρθρο του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» στις 31 Δκεμεβρίου 2012 είχε υποστηρίξει:

Α.  Απλή ανάγνωση των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος αρκεί για να τεκμηριώσει ότι το  -όπως ήδη επισημάνθηκε-  εξαιρετικό καθεστώς της αποσβεστικής προθεσμίας υπέρ των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών ισχύει μόνο για τα ποινικά αδικήματα, τα οποία τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Β. Κατά λογική, λοιπόν, ακολουθία, αυτό το ευνοϊκό καθεστώς ουδόλως ισχύει για τα κάθε είδους ποινικά αδικήματα, τα οποία ενδεχομένως τέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης και υφυπουργοί είτε εκτός είτε, ακόμη, και «επ’ ευκαιρία» άσκησης των καθηκόντων τους.

Γ. Συνεπώς, για τα ποινικά αυτά αδικήματα δεν ισχύει η κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 εδ.β΄ αποσβεστική προθεσμία αλλά η κοινή, για καθέναν, παραγραφή.

Το συμπέρασμα που προκύπτει, όχι μόνο για τους νομικούς, αλλά και για τους απλούς πολίτες, είναι πως και στην περίπτωση του σκανδάλου Novartis η δωροδοκία δεν αντιμετωπίζεται με το ευνοϊκό καθεστώς της παραγραφής, που ισχύει για τους πολίτες, αλλά με το καθεστώς που ισχύει για όλους τους πολίτες.

Κι΄ αυτό γιατί το αδίκημα τελέστηκε είτε εκτός είτε «επ΄ ευκαιρία» της άσκησης των καθηκόντων τους.

Ολόκληρο το εξόχως ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό άρθρο του Προκόπη Παυλόπουλου έχει ως εξής:

 ΟΙ «ΣΥΝΗΘΕΙΣ» ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΜΥΘΟΙ

Τα όσα, με αφορμή την αλλοίωση και όχι μόνο, της λίστας «Φαλσιανί-Λαγκάρντ» υποστηρίζονται  -από μεμονωμένες και, ατυχώς, εθισμένες στις σειρήνες του ραδιοτηλεοπτικού σειρμού, ο οποίος φυσικά και υποδαυλίζει το κάθε είδους «επιστημονικό» παράδοξο-  περί, δήθεν, «παραγραφής» των τυχόν εγκλημάτων των μελών των Κυβερνήσεων Γ.Παπανδρέου-Λ.Παπαδήμου είναι, κατά την επιεικέστερη εκδοχή, παντελώς αστήρικτα.  Ειδικότερα:

Ι.  Οι διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 86) και του Κανονισμού της Βουλής (άρθρα 153 επ.), σχετικά με την όλη διαδικασία παραπομπής σε δίκη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, είναι αρκούντως σαφείς.  Ειδικότερα:

    Α.  Πριν απ’ όλα πρέπει, επιτέλους, να διευκρινισθεί ότι κατά νομική ακριβολογία στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται θέμα παραγραφής αλλ’ αποσβεστικής προθεσμίας.  Ήτοι χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου η Βουλή έχει το κατά το Σύνταγμα δικαίωμά της ν’ ασκήσει ποινική δίωξη κατά των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών.

  1. Επ’ αυτού, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 εδ.β΄ του Συντάγματος ορίζουν ότι «η Βουλή μπορεί ν’ ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος».
  2.  Υπενθυμίζεται ότι, γενικώς στο πλαίσιο της νομικής επιστήμης, είναι κοινώς αποδεκτή  η θέση πως οι εισάγουσες ευνοϊκή εξαίρεση διατάξεις  -και είναι, βεβαίως, αυτονόητο ότι οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις εισάγουν ευνοϊκή εξαίρεση υπέρ των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών-  ερμηνεύονται, υποχρεωτικώς, στενώς.  Δηλαδή σε βάρος των από την εξαίρεση ευνοουμένων.  Άρα η συνεπής προς αυτό τούτο το Σύνταγμα ερμηνεία, ως προς την εξάντληση ή μη της κατά τ’ ανωτέρω αποσβεστικής προθεσμίας, επιβάλλει την ερμηνευτική εκείνη επιλογή, η οποία απολήγει υπέρ της μη εξάντλησής της και στη συγκεκριμένη περίπτωση.
      Β. Από τ’ ανωτέρω δεδομένα συνάγονται, κατά την κοινή νομική λογική και θεσμική δεοντολογία, τ’ ακόλουθα:
  1.  Για να συντρέξει η κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 εδ.β΄ εξάντληση της αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία στερεί από τη Βουλή την αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης κατά μελών της Κυβέρνησης και υφυπουργών, πρέπει να έχουν παρέλθει, τουλάχιστον, δύο τακτικές σύνοδοι της βουλευτικής περιόδου, η οποία αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.  Με άλλες λέξεις δύο τέτοιες σύνοδοι ύστερα από τη διενέργεια εκλογών, η προκήρυξη των οποίων σηματοδοτεί και το τέλος της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου.
  2.  Επέκεινα, και κατά την προμνημονευόμενη στενή ερμηνεία των κάθε είδους εξαιρετικών ευνοϊκών διατάξεων, εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί στο ακέραιο οι δύο αυτές τακτικές σύνοδοι της βουλευτικής περιόδου, ουδόλως τίθεται ζήτημα υπέρβασης της αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης από τη Βουλή ποινικής δίωξης κατά των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών.  Και για ν’ αναφερθούμε στις ιδιομορφίες της προκείμενης περίπτωσης, η συνταγματικώς καθορισμένη αποσβεστική προθεσμία λήγει, το ενωρίτερο, τον Ιούνιο του 2014, όταν δηλαδή κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής είναι εφικτό να έχουν λήξει οι δύο τακτικές σύνοδοι της παρούσας Βουλής.
  3.  Κάθε άλλη, «υπέρμαχη» της εξάντλησης της  αποσβεστικής προθεσμίας, εκδοχή οδηγείται στην εξής ακραία και πλήρως αντίθετη προς την ratio constitutionis των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος ερμηνεία:  Ότι  αφού η Βουλή, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 6ης Μαϊου 2012, συνήλθε σε σύνοδο και εξέλεξε προεδρείο, eo ipso  -ήτοι χωρίς ίχνος υπολογισμού του χρόνου των κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 εδ.β΄  του Συντάγματος δύο τακτικών συνόδων-  εξάντλησε και το χρόνο προσφυγής στην  αρμοδιότητά της για άσκηση ποινικής δίωξης κατά των εμπλεκόμενων μελών της  Κυβέρνησης και των υφυπουργών!  Καθένας αντιλαμβάνεται ευχερώς πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί τον ορισμό όχι μόνο της «επιστημονικής παραδοξολογίας» αλλά και της προκλητικής παραβίασης της ιστορικής, γραμματικής και τελεολογικής ερμηνείας των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής.
ΙΙ.  Πέραν των όσων ήδη αναπτύχθηκαν πρέπει να επισημανθούν, συμπληρωματικώς, και τ’ακόλουθα:

     Α.  Απλή ανάγνωση των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος αρκεί για να τεκμηριώσει ότι το  -όπως ήδη επισημάνθηκε-  εξαιρετικό καθεστώς της αποσβεστικής προθεσμίας υπέρ των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών ισχύει μόνο για τα ποινικά αδικήματα, τα οποία τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

  1.  Κατά λογική, λοιπόν, ακολουθία, αυτό το ευνοϊκό καθεστώς ουδόλως ισχύει για τα κάθε είδους ποινικά αδικήματα, τα οποία ενδεχομένως τέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης και υφυπουργοί είτε εκτός είτε, ακόμη, και «επ’ευκαιρία» άσκησης των καθηκόντων τους.
  2.  Συνεπώς, για τα ποινικά αυτά αδικήματα δεν ισχύει η κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 εδ.β΄ αποσβεστική προθεσμία αλλά η κοινή, για καθέναν, παραγραφή.  
    Β.  Προκύπτουν, λοιπόν, τα εξής ερωτήματα:
  1.  Στην  περίπτωση  της λίστας «Φαλσιανί-Λαγκάρντ», το ποινικό αδίκημα της αλλοίωσής της  -και όχι μόνο-  τελέσθηκε «κατά την άσκηση» υπουργικών καθηκόντων, ή απλώς και  μόνον «επ’ευκαιρία» της άσκησής τους;
  2.  Και αν, όπως κάλλιστα μπορεί να υποστηριχθεί, τούτο συνέβη «επ’ευκαιρία» άσκησης υπουργικών καθηκόντων, η Δικαιοσύνη  δεσμεύεται πλέον από το ευνοϊκό για τα πολιτικά πρόσωπα καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος ή, αντιθέτως,  μπορεί ν’ασκήσει τη δικαιοδοσία της ελευθέρως, ως εάν επρόκειτο για κάθε πολίτη ο οποίος διαπράττει αντίστοιχο ποινικό αδίκημα;
  3.  Και, εν τέλει, μήπως ακριβώς μέσα από την συνταγματικώς επιβεβλημένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος  -και των εκτελεστικών τους διατάξεων που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό της Βουλής-  είναι δυνατό, ως την επόμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος, να θεραπευθεί σε σημαντικό βαθμό το υφιστάμενο θεσμικό και πολιτικό «έλλειμμα» ως προς την ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών;

Συμπερασματικώς, ως την επόμενη  -φυσικά υπό συνταγματικούς όρους και όχι υπό συνθήκες λαϊκισμού του τύπου «κοινοβουλευτικής συντακτικής πρωτοβουλίας», που παραπέμπουν σε χαλεπές για τη Δημοκρατία εποχές-  Αναθεώρηση του Συντάγματος και ως προς το θεσμό της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, είναι ανάγκη να στηρίξουμε εκείνη την ερμηνεία των κείμενων διατάξεων, η οποία περιορίζει στο έπακρο το ευνοϊκό καθεστώς υπέρ των κάθε είδους πολιτικών προσώπων.  Γιατί αν συμβεί το αντίθετο, θα δικαιωθούν, δυστυχώς, οι ποικιλώνυμοι υπέρμαχοι του πολιτικού φαρισαϊσμού, οι οποίοι στο όνομα της Δημοκρατίας κατά καιρούς απεργάζονται, εκουσίως ή ακουσίως, την κατάρρευσή της.