Stratfor: Η Ελλάδα δεν μπορεί να πετύχει «καθαρή έξοδο» από το μνημόνιο

Την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία δεν θα επιτύχει την πολυπόθητη «καθαρή έξοδο» από το μνημόνιο την οποία επιδιώκει η κυβέρνηση εκφράζει το κέντρο στρατηγικών μελετών Stratfor σε ανάλυσή του.

Αιτία της μη καθαρής εξόδου από το πρόγραμμα στήριξης το γεγονός ότι η Ελλάδα πιθανώς να χρειαστεί και νέα οικονομική βοήθεια, μετά τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Οι αναλυτές του Stratfor εκτιμούν ακόμη ότι οι πιστωτές μπορεί να ασκήσουν έντονες πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση είτε να δεχθεί μία προληπτική γραμμή στήριξης είτε ένα νέο πρόγραμμα το οποίο, όμως, θα έχει λιγότερο «επιθετικούς» όρους από αυτό που εφαρμόζει η χώρα μας την τρέχουσα περίοδο.

Αναλυτικά στην έκθεση του κέντρου στρατηγικών ερευνών αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών έχουν πλέον βελτιωθεί.
Η Ελλάδα λαμβάνει τις υποδόσεις του προγράμματος τους τελευταίους μήνες χωρίς σημαντικά προβλήματα.
Όμως δεδομένου ότι το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδότησης αναμένεται να λήξει στα μέσα του 2018, και οι δύο πλευρές προετοιμάζονται για πρόωρες συνομιλίες για το τι θα ακολουθήσει.
Σύμφωνα με τα ΜΜΕ αλλά και πηγές του Stratfor, η λήξη του προγράμματος δεν είναι τόσο ξεκάθαρη, όπως έγινε με τις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, καθώς η Ελλάδα πιθανώς να συνεχίσει να χρειάζεται οικονομική βοήθεια.
Η επόμενη στήριξη της Ελλάδας, όμως, δεν θα είναι απαραίτητα ένα τέταρτο πρόγραμμα διάσωσης, συνδεδεμένο με σκληρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Τα ερωτήματα για το τι μορφή θα λάβει αυτή η στήριξη -και ο τρόπος με τον οποίο θα απαντηθούν- μπορεί να δημιουργήσουν νέες προκλήσεις για την Ελλάδα εντός του 2018.
Είναι ασαφές αν η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς εξωτερική βοήθεια.
Η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς οικονομικής στήριξης για τουλάχιστον μία δεκαετία, ακόμη κι αν έχει προχωρήσει σε δραστικές περικοπές και έχει μειώσει το έλλειμμά της.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ανάπτυξη ξανά και η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπεται προβλέπει αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κατά 1,7% το 2017 και κατά 2,4% το 2018.
Αλλά οι πιστωτές ανησυχούν ότι τα οφέλη δεν θα είναι επαρκή για να καταφέρει η Ελλάδα να ξεπεράσει το πρόβλημα με το χρέος της, το οποίο παραμένει -περίπου- στο 180% του ΑΕΠ.
Μία ακόμη ανησυχία των πιστωτών είναι ότι η Αθήνα μπορεί να σταματήσει να εφαρμόζει τις δομικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η ελληνική οικονομία.
Ως αποτέλεσμα, οι πιστωτές δεν αποκλείεται να πιέσουν την Αθήνα να υπογράψει μια νέα οικονομική συμφωνία -πιθανώς με τη μορφή μιας προληπτικής πιστωτική γραμμής ή παράταση του τρέχοντος προγράμματος διάσωσης με χαλαρούς όρους- για να έχουν μια επίβλεψη των πολιτικών που ασκούνται στη χώρα.
Εάν επαληθευθεί αυτό το σενάριο, η ελληνική κυβέρνηση θα αναζητήσει έναν τρόπο να υπογράψει τη συμφωνία χωρίς να «πληρώσει» το πολιτικό τίμημα από τους ψηφοφόρους πριν από τις εκλογές του 2019.
Πρόσφατα, η γερμανική κυβέρνηση έχει εκφράσει ενδιαφέρον για την μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM) σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
Σε περίπτωση που ίδρυμα αυτό δημιουργηθεί, τότε η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ο πρώτος πελάτης του.
Είναι επίσης ασαφές τι είδους ελάφρυνση χρέους θα πρέπει να περιμένει η Ελλάδα από τους πιστωτές της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί στους ψηφοφόρους ότι τα επώδυνα μέτρα λιτότητας θα βοηθήσουν τη χώρα να κερδίσει ελάφρυνση χρέους στο μέλλον.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση πιθανότατα δεν θα δεχτεί κάποιο κούρεμα, αλλά η Αθήνα θα ήθελε τουλάχιστον να της δοθεί μια περίοδος χάριτος για την αποπληρωμή, μεγαλύτερο χρόνο ωρίμανσης και χαμηλότερα επιτόκια.
Κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον δύσκολο να «περάσει» από τις κυβερνήσεις της Β. Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας.
Ούτως η αλλιώς, η γερμανική κυβέρνηση αυτή την περίοδο προχωρά τις συζητήσεις για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης, με τη συμμετοχή του κόμματος των Φιλελευθέρων (FDP), που αντιτίθεται στα προγράμματα βοήθειας για την Ελλάδα.
Μετά από χρόνια οικονομικής και πολιτικής κρίσης και τρία προγράμματα διάσωσης, η Ελλάδα θέλει να αποχαιρετήσει τους δανειστές της.
Αλλά, ενώ τα χειρότερα φαίνεται ότι έχουν περάσει, η ελληνική κυβέρνηση ακόμη δεν μπορεί να συνεχίσει μόνη».