«Οι συκοφαντίες» του Καστρινού από το Τζάντε

Θρίλερ ήταν ο ύπνος μου

και η σκιά του βάρος,

έτσι μου παρουσιάστηκε,

ο δικαστής ο χάρος.

 

Με κοίταζε το μίσος του,

με μάτια που ‘χαν φλόγες,

που μαρτυρούσε ο μορφασμός,

ζήλιες κρυφές και υπόγειες.

 

Γουστάρει λέει ο Έλληνας

καφέ, τεχνολογία,

και κάθε εβδομάδα του

την προτιμάει αργία.

 

Κι ο νέος, όλη η έγνοια του,

καρπό να΄χει το αμπέλι

και το σχολείο μπόσικο

και διάλειμμα το θέλει.

 

Πριν σηκωθεί βάζει γυαλιά,

έβγει δεν έβγει ο ήλιος

κι από καρέκλα καναπέ,

κατάντησε δυσκοίλιος.

 

Τις δώδεκα και πιο νωρίς,

θα αρχίσει εξυπνάδες,

αναλυτής πολιτικός,

προπονητής σ’ ομάδες.

 

Αράζει στου ξαπλόπουλου

και έχει τριανταμία,

σε κάθε βήμα ανελλιπώς

πράττει παρανομία.

 

Ψηφίζει με συνείδηση,

το λέει μα δεν τολμάει,

για να καλύψει ενοχές,

συνήθως βλαστημάει.

 

Κριτής σ΄όλα κι απόλυτος

και ιστορία ξέρει,

κομμωτικές για τα μαλλιά,

που ΄μαθε στο μπαρμπέρη.

 

Ότι έχει στο κεφάλι του,

όλα τα ξεμπερδεύει,

σχολιάζει νόμους πράγματα

και ότι τον βολεύει.

 

Μασάει τα αυτονόητα

και επεμβαίνει σε όλα,

δεν ξέρει όμως σπίτι του

τι έχει η κατσαρόλα.

 

Δεν είναι έτσι φώναξα,

προτού να με απειλήσει,

λάθος οι ψεύτες γύρω σου,

σ΄έχουν πληροφορήσει.

 

Είναι ένα θύμα ο Έλληνας,

με ευθύνες φορτωμένος,

ΝΑΙ γράφετε στο ΟΧΙ του

και νιώθει προδομένος.

 

Πως πήρες θάρρος άξεστε,

να μου αντιμιλήσεις,

υπογραφή μπήκε για σε,

ψυχή να μου πουλήσεις.

 

Βάλε μυαλό και άκουσε,

για σένα προσπαθούμε,

και μη λιαστείς άλλη φορά,

σε παρακολουθούμε!

 

Καστρινός από το Τζάντε