Άγριες φράουλες και ένας eretikos ύμνος στον Ingmar Bergman

 Στις 19-22 Απριλίου 2018, με αφορμή τα 100 χρόνια που συμπληρώθηκαν από τη γέννηση του σπουδαίου σκηνοθέτη Ingmar Bergman, αλλά επίσης και εξαιτίας της κινηματογραφικής διάρκειας ζωής και της καλλιτεχνικά επίσημης πλέον αθανασίας του, οι κινηματογράφοι ΑΝΔΟΡΑ και ΑΣΤΟΡ πραγματοποίησαν ένα ειδικό και ιδιαίτερο αφιέρωμα. Σε συνεργασία με το Σουηδικό Ινστιτούτο και το The Ingmar Bergman Foundation, παρουσιάστηκαν σημαντικά έργα του Σκανδιναβού κινηματογραφιστή, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά, την ανεκτίμητη συνεισφορά που εκείνος πραγματοποίησε στο χώρο της έβδομης τέχνης.

Προβλήθηκαν επτά ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη και το ντοκιμαντέρ -Bergman Island- της Marie Nyrerod (2004). Ανάμεσά τους στις 22 Απριλίου πραγματοποιήθηκε  η προβολή της εξαιρετικής ταινίας -Άγριες Φράουλες- (1957), με ένα μικρό πρόλογο από τον δημιουργό, με την πρωτοπόρο κινηματογραφική αισθητική.

Ο ίδιος, με πρωτοφανή σεμνότητα είχε αναφέρει, ότι η ταινία δεν είναι δική του, αλλά του πρωταγωνιστή του, Viktor Sjostrom, του οποίου την καλλιτεχνική σταδιοδρομία θαύμαζε. Κάνοντας μας όλους φυσικά να αντιληφθούμε ότι είχε δίκιο, μα μόνο εν μέρει. Καθώς το έργο αποδεικνύει, πως είτε αναγνωριζόταν από το καλλιτεχνικό στερέωμα είτε όχι, γεννήθηκε ως αριστούργημα. Και αυτό οφείλεται στη συνδρομή όλων, μα κυρίως στη διαχρονικά ευφάνταστη και ουσιώδη αντίληψη του σκηνοθέτη.

ΣΕΝΑΡΙΟ: Ο 78χρονος Isak Borg, αν και εξετέλεσε, βιολογικώς επιτυχημένα, τον αναπαραγωγικό κύκλο της ζωής, απέμεινε τελικά μόνος. Η γυναίκα του, Karin, απεβίωσε πριν από τριάντα χρόνια. Ο γιος του, Evald, έχει ψυχρές οικογενειακές σχέσεις μαζί του. Ωστόσο και ο ίδιος ο Borg είναι ένας ιδιαίτερα μοναχικός άνθρωπος. Ζει με απλό τρόπο, μα στην πραγματικότητα όντας προσκολλημένος στο παρελθόν, κοιτάζοντας οικογενειακές φωτογραφίες από το γραφείο του δωματίου της βιβλιοθήκης του, σε μια πολυτελή κατοικία παρέα με ένα σκύλο και μοναδική ανθρώπινη συντροφιά, αυτή της σχεδόν συνομήλικης οικονόμου του, Agda, η οποία φροντίζει την οικογένειά του τα τελευταία σαράντα χρόνια. Το πάθος του Isak Borg καθ’ όλη του τη ζωή, αφιερώθηκε στην επιστήμη της ιατρικής. Αποτέλεσμα ήταν, εκείνος να πραγματοποιήσει μια εξαιρετική ακαδημαϊκή και επαγγελματική καριέρα, ως καθηγητής ιατρικής, συνεισφέροντας σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνία της Στοκχόλμης. Η επαγγελματική κατάρτιση και το ήθος του αναγνωρίσθηκαν και επίσημα από τους συμπολίτες του, οι οποίοι σκοπεύουν να τον τιμήσουν ετοιμάζοντας μια τελετή βράβευσης. Έτσι ο ηθικά δεδικαιωμένος, σε ό,τι αφορά την επαγγελματική του αφοσίωση, Δόκτωρ Borg, αποκτά ένα κίνητρο προκειμένου να βγει από τη μοναχικότητά του, καθώς η εν λόγω βράβευση πρόκειται να γίνει στην πόλη Λούντ. Όμως το βράδυ πριν ταξιδέψει, βιώνει έναν πολύ ανήσυχο ύπνο, με ενοχλητικό συνοδοιπόρο του έναν τρομακτικό, αινιγματικό εφιάλτη, μέσα στον οποίο  ψιθυρίζεται κάτι φρικτό.

Τρομαγμένος, ξυπνά νωρίτερα την επομένη και επιλέγει να ταξιδέψει με αμάξι από την πρωτεύουσα στη Λούντ, ώστε να παραβρεθεί στην απονομή της τιμητικής του διάκρισης. Παραβλέποντας έτσι, ότι ο γιος του θα τον περίμενε στο αεροδρόμιο του Μάλμε και αναστατώνοντας επίσης την Agda, που πεισμώνει μαζί του. Ξεκινά το ταξίδι για την τιμητική απονομή μαζί με τη νύφη του, Marianne, γυναίκα του Evald. Μεταξύ τους δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμπάθεια, παρά μόνο ο απαραίτητος σεβασμός. Θα κάνουν μια μερικώς απρογραμμάτιστη στάση στο δρόμο τους, εφόσον περνούσαν κοντά από την κάποτε πρώτη κατοικία, όπου μεγάλωσε ο Isak. Εκεί, ο έμπειρος γιατρός θα χαθεί σε μια ζωντανή ονειροπόληση, με αναμνήσεις των οικογενειακών του προσώπων και κυρίως της όμορφης ξαδέρφης του, Sara. Θα τον διακόψει μια επίσης όμορφη, ξανθή, νεαρή με το ίδιο όνομα, κερδίζοντας γρήγορα τη συμπάθεια και εμπιστοσύνη του. Ο Borg μαζί με τη Marianne, θα προθυμοποιηθεί να συνοδέψει οδικώς την κοπέλα, όπως και δύο συνομηλίκους φίλους της, τους Anders και Viktor που ξεπρόβαλλαν αιφνιδίως. Οι συνταξιδιώτες θα συναντήσουν, με ασυνήθιστο τρόπο στο δρόμο τους, ένα μεσήλικο ζευγάρι, τους Alman. Έτσι λοιπόν η συντροφιά του οχήματος θα μεγαλώσει προσωρινά, ενώ οδηγεί πλέον η Marianne.

Η νιότη των 20χρονων παιδιών σε συνδυασμό με τις μεταξύ τους υπαρξιακές διαφωνίες, η δηλητηριώδης σχέση του παράξενου ζευγαριού, η ψυχρότητα μεταξύ πεθερού και νύφης, θα προβληματίσουν τον γιατρό, γεννώντας περισσότερες ανησυχίες στον υποσυνείδητο κόσμο του. Τα όνειρα του 78χρονου δεν τον αφήνουν σε ησυχία, όπως και οι αληθινές συναναστροφές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, μα λειτουργούν με διδακτικό και επεξηγηματικό τρόπο για τον ίδιο, κάνοντάς τον παράλληλα να διασχίσει τη γέφυρα της συνείδησης και να κατανοήσει, ότι εκτός από τις ορθές επιλογές της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, υπήρξαν πολλά λάθη και ενοχές, τα οποία τον απομάκρυναν από τα αληθινά πάθη της ζωής.  

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ξεκινά με την είσοδο του μέσου (κάμερα), στο δωμάτιο της βιβλιοθήκης του Δόκτωρος Borg, υπό τη συνοδεία μιας εσωτερικής φωνητικής αφήγησης από τον ίδιο, όπου εν συντομία μας διηγείται πώς πορεύτηκε γενικά στη μέχρι τώρα ζωή του, εκθέτοντας τη μοναχικότητά του. Ειδικά, όταν ο φακός επικεντρώνεται συγκεκριμένα στο γραφείο του. Διακρίνουμε πως σε αυτό, βρίσκεται μια σειρά οικογενειακών φωτογραφιών, τις οποίες εκείνος παρατηρεί, ενώ παράλληλα η αφήγηση της σκέψης του μας ερμηνεύει αναφορικά: ποιά είναι τα συγκεκριμένα πρόσωπα και πώς είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις τους μαζί του. Σκηνοθετικά αυτό επιτυγχάνεται ξεκινώντας μέσω της κεντρικής λήψης του δωματίου με το σκύλο (είναι η μοναδική του παρέα στο χώρο) και το γιατρό, έπειτα με την εστίαση στο πούρο που καπνίζει ο Borg και μετά στις οικογενειακές φωτογραφίες. Η Agda βρίσκεται σε άλλο δωμάτιο αρχικά και μόλις εισέρχεται παραμένοντας κοντά στην πόρτα, η ενδυμασία και το ύφος της δίνουν ακριβώς την εντύπωση μιας τυπικής οικονόμου. Αφού τον καλέσει για το δείπνο, υπάρχει ένα κοντινό πλάνο στο γραφείο του, καθώς εκείνος τακτοποιεί και τελικά φεύγει, κάνοντας ένα νεύμα πρόσκλησης στο σκύλο για να έρθει μαζί του, αφήνοντας το δωμάτιο, κατά τη διάρκεια της συνέχισης της αφηγηματικής σκέψης του. Θα ακολουθήσει ένα απλό μαύρο φόντο με άσπρα γράμματα, για την αναγραφή των συντελεστών της ταινίας.    

 

Έπειτα οι θεατές έρχονται σε επαφή με τον υποσυνείδητο κόσμο του 78χρονου Isak, εισχωρώντας στο μυστηριώδη εφιάλτη του. Η ίδιου τύπου αφήγηση συνεχίζεται, για να την διακόψει το έντονο βίωμα του εφιάλτη, όπου ο Borg βρέθηκε το πρωινό της 1ης Ιουνίου, ανάμεσα σε έρημους δρόμους και κατεστραμμένα σπίτια. Ενδιαφέρον, παρουσιάζει στο τοπίο της ερημικής πόλης, ένα μεγάλο ρολόι δίχως δείκτες, αλλά έχοντας τον έντονο ήχο των χτύπων μιας καρδιάς. Μια φιγούρα εισβάλει στη χώρα του ονείρου, τρομάζοντας τον έμπειρο γιατρό, λόγω της παράξενης εμφάνισής της. Φέρει χαρακτηριστικά προσώπου, που ισορροπούν ανάμεσα στη βρεφική ηλικία και το γήρας. Υπάρχουν μακρινά πλάνα, δείχνοντας πόσο μόνος και απροστάτευτος είναι ο Isak, μα και κοντινά στα οποία διαγράφεται η αγωνία του για το άγνωστο. Κατόπιν, υπό τον ήχο της πένθιμης καμπάνας παρελαύνει στην άδεια από ανθρώπους πλατεία,  οδηγούμενο από δύο ήρεμα μαύρα άλογα, ένα κάρο και μέσα του ένα φέρετρο. Οι ρόδες του κάρου θα βρουν ως εμπόδιο ένα μεγάλο στύλο φωτισμού της πόλης και μία εξ’ αυτών θα περάσει δίπλα από τον 78χρονο επισκέπτη του ονείρου. Τα άλογα θα φύγουν ταραγμένα, μόλις το φέρετρο βγει με ένα μαγνητικό τρόπο έξω από το κάρο. Τότε ο Borg θα διαπιστώσει, ότι μέσα βρίσκεται ο εαυτός του ζωντανός, προσπαθώντας να του αποκαλύψει ένα κρίσιμο μήνυμα. Όμως ξυπνά.

 

Αργότερα, η Agda μιλά με το γιατρό έχοντας αρκετή τρυφερότητα, στον πληθυντικό όμως και ο τελευταίος την αποκαλεί με ευγένεια δεσποινίδα, αν και είναι σχεδόν συνομήλικοι. Ο διάλογός τους θυμίζει παντρεμένο ζευγάρι. Η Marianne ταξιδεύει με τον Borg οδικώς και ο σκηνοθέτης μας δείχνει πλάνα με τους δύο, εντός του οχήματος που επιβαίνουν, από δεξιά και αριστερά ενώ συνομιλούν. Το πρώτο κοντινό πλάνο θα γίνει στη Marianne, καθώς του εξηγεί πως προκειμένου να αποπληρώσει το δάνειο ο άντρας της, Evald, δουλεύει και δεν περνά καθόλου χρόνο μαζί της. Έπειτα στον Borg και εναλλάξ, καθώς συνεχίζεται ο ήρεμων τόνων αντίλογος. Η αλλαγή πλάνου σε κοντινό μέσα από την πρόσοψη του αμαξιού στον Borg θα συμβεί, μόλις η Marianne πληροφορήσει τον ταραγμένο πλέον Isak, ότι ο γιος του τον μισεί, με την αντίδραση της κοπέλας από άλλη οπτική γωνία να ακολουθεί. Αμέσως η κάμερα θα εστιάσει στην άσφαλτο, δεδομένου ότι ο δρόμος του προορισμού θα είναι γεμάτος συγκρούσεις μεταξύ τους. Έπειτα σε μια άποψη και των δύο προσώπων, πάλι από την πρόσοψη του αυτοκινήτου, με επιλεκτικά κοντινά πλάνα στον καθένα και με σημαντική διαφορά το γεγονός, ότι η κοντινή λήψη στον Borg γίνεται κυρίως, όταν η Marianne του υπενθυμίζει τα λόγια, που είχε πει επικριτικά ο ίδιος κάποτε στο αντρόγυνο. Η νύφη του, αναφέρει, ότι δεν θα ήθελε να εξαρτάται από εκείνον ποτέ. Ο ουρανός με τα δέντρα, που μοιάζουν να υποκλίνονται στο όμορφο πρωινό τοπίο, ολοκληρώνουν το διάλογο, σε μια παροδική στιγμή μιας μεταξύ τους άτσαλης ανακωχής.

Τη στιγμή της όχι και τόσο τυχαίας διάβασης, μα ξεκάθαρα σκόπιμης στάσης στην κατοικία των νεανικών χρόνων του Isak, η ονειροπόλησή του θα αποδοθεί με μια άμεση μεταφορά στο χρόνο μέσω μιας «ταχύτατης αέριας διάθλασης» της συγκεκριμένης κτήσης, ξυπνώντας σε ένα παρελθοντικό πρωινό και καταλήγοντας σε ένα διαφορετικά δομημένο οίκημα, όπου αντικαθιστά εκείνο του παρόντος. Βαδίζοντας διστακτικά στο παρελθόν, ο Borg παραμένει ηλικιωμένος, μα συναντά την ξαδέρφη του Sara, ακριβώς όπως υπήρξε στην πρώτη της νιότη. Της απευθύνει το λόγο, όμως εκείνη αρχικά δεν τον βλέπει. Από μια δική του οπτική γωνία, την παρατηρεί να έχει απομονωθεί, μαζεύοντας στην ύπαιθρο σε ένα καλάθι άγριες φράουλες, για τα γενέθλια του θείου τους, Aron. Ο αδερφός του, Sigfrid, την ξελογιάζει και τελικά τη φιλά. Όλη η οικογένεια μέσα στο σπίτι είναι ντυμένη στα λευκά και ετοιμάζεται για τα γενέθλια του θείου, καθήμενη στις καρέκλες κοντά στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, λόγω του επερχόμενου γεύματος. Ο γιατρός εισέρχεται στο φωτεινό δωμάτιο, μέσα από το σκοτεινό διάδρομο του πλατύσκαλου του σπιτιού. Έτσι συμβολίζεται η αντίθεση της ηλικίας του και ο εμποτισμένος πυρήνας των σκέψεών του με προβληματισμούς και εμφανή δυσαρέσκεια, σε σχέση με τη νιότη και διάθεση για ζωή, των παρευρισκόμενων προσώπων, στο λουσμένο από τις ακτίνες του ηλίου, σαλόνι. Η Sara, θα οδηγηθεί στο σκοτεινό χώρο με την ξύλινη σκάλα, κλαίγοντας, κάνοντας σκέψεις οι οποίες φεύγουν από την ανέμελη ηλικία της και την ευφορία ενός ανθρώπου, που έχει όλη τη ζωή μπροστά του.

 

Σημαντικό είναι ότι ο τότε νέος Isak υπήρξε στο χώρο, λίγο μακρυά από το σπίτι, ψαρεύοντας με τον πατέρα του (παραθαλάσσια κατοικία). Επομένως αυτοί οι διάλογοι είναι εκδοχές γεγονότων, τα οποία του διηγήθηκαν οι υπόλοιποι ή που απλά έφερε στη φαντασία του σε σχέση με τα μελλούμενα γεγονότα (αργότερα η Sara παντρεύτηκε τον Sigfrid). Η επιστροφή στην πραγματικότητα θα γίνει με τη φωνή μιας κοπέλας που φέρει το ίδιο όνομα και παρόμοια εμφάνιση με την τότε ξαδέρφη του. Το ζευγάρι των Alman με τις βιτριολικές μεταξύ του προσβολές, θα αναστατώσει όλους τους επιβάτες του αμαξιού. Θα ακουστεί η πληροφορία, πως η γυναίκα του Sten Alman, η Berit, ως ηθοποιός είχε υποκριθεί επιτυχώς για δύο χρόνια στην οικογένειά της, την καρκινοπαθή, ενώ υπήρξε απόλυτα υγιής. Η Marianne οδηγεί πλέον. Όταν επισκέπτεται την 96χρονη μητέρα του ο Ισαάκ, εκείνη θεωρεί πως η Marianne είναι η Karin, γυναίκα του γιατρού, λέγοντας πως κάποτε έκανε μεγάλο κακό στην οικογένειά τους. Βέβαια, η ηλικιωμένη προσέβαλλε και τη νύφη καθώς ανέφερε, ότι λόγω της μακροζωίας των 96 ετών της, χαλά τα σχέδια των μελλοντικών κληρονόμων. Στη συνέχεια δείχνει ένα ρολόι στον Isak χωρίς δείκτες -σαν εκείνο του εφιάλτη- που ανήκε στον πατέρα του και λέει ότι σκέπτεται να το κάνει δώρο, στο μεγαλύτερο γιο της κυρίας Sigbritt.

Eretiki κριτική για την ταινία BARBARA

Μόλις φύγουν, στο αμάξι η κιθάρα του Viktor θα αποκοιμίσει τον Borg, ο οποίος κάθεται και πάλι στη θέση του συνοδηγού, με τη Marianne να οδηγεί ξανά. Θα επιστρέψει στην κατοικία των 20 πρώτων του ετών, αλλά αυτή τη φορά είναι νύχτα, ο άνεμος φυσά και υπάρχει ένα σμήνος πτηνών στον ουρανό. Η Sara, έχει επίγνωση της παρουσίας του τώρα. Κάθεται μαζί του στο σημείο όπου μάζευε τις άγριες φράουλες, ανάμεσα στα δέντρα έξω από το σπίτι, υποδεικνύοντας στον Borg να κοιτάξει τον εαυτό του σε ένα μικρό καθρέπτη, που φέρει μαζί της. Του επισημαίνει πως είναι γέρος για εκείνη και πως θα παντρευτεί τον αδερφό του, Sigfrid, επειδή συμφωνεί μαζί του ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι. Κατόπιν, βρίσκει μέσα στη φύση την κούνια του γιου της Sigbritt και ως πιθανή μέλλουσα μητέρα προστατεύει το βρέφος, πηγαίνοντάς το μέσα στο σπίτι. Παρακολουθώντας έξω από το παράθυρο, περίλυπος ο Borg, τη βλέπει να φιλά ερωτευμένη τον αδερφό του.

 

Ενώ ο χρόνος περνά αόριστα, ο Isak αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα, αγνοώντας ένα καρφί στο πλάι της, το οποίο μοιάζει να τον τραυματίζει, παραθέτοντας συμβολικά μια έννοια της σταύρωσης. Τον υποδέχεται στην πόρτα ο κύριος Sten Alman εμφανώς αλλαγμένος, φορώντας κοστούμι, μυωπικά γυαλιά και τον καλωσορίζει στο σπίτι, το οποίο είναι άδειο από τα διατεταγμένα έπιπλα της οικογένειας του Borg. Περνώντας από το σκοτεινό χώρο με την ξύλινη σκάλα του σπιτιού, θα οδηγηθούν σε ένα μακρύ διάδρομο με αρκετές πόρτες στη μία πλευρά του, φέροντας καθεμία στα δεξιά της ένα έντονο φως από ηλεκτρικό λαμπτήρα, εντοιχισμένο, με τη βάση του περίπου στο ύψος της πόρτας  και με μια μικρή κυρτώδη προεξοχή, μέχρι του σημείου της λάμπας. Ο Alman θα ανοίξει την τελευταία πόρτα και οι δυό τους θα βρεθούν σε ένα παράξενο δωμάτιο. Μοιάζει με χώρο επανεξέτασης φοιτητών ιατρικής, μα και με κάτι άλλο, απροσδιόριστο… Στον καινούργιο εφιάλτη ο 78χρονος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ιατρικές του γνώσεις και έχει κατηγορηθεί για ενοχή. Στα θρανία οι σιωπηλοί υποψήφιοι νεαροί, μοιάζουν πλέον με ενόρκους με τους Anders, Viktor και Sara να βρίσκονται στην πρώτη σειρά. Η γυναίκα του Alman, Berit, υποδύθηκε την αποβιώσασα ασθενή και τον ξεγέλασε. Είναι ένα δικαστήριο της ψυχής. Η ετυμηγορία αναφέρει ότι είναι ανίκανος ιατρός και έχει κατηγορηθεί επίσης για μικρά, αλλά σοβαρά αδικήματα, όπως περιφρόνηση, εγωισμό και ασπλαχνία. Η γυναίκα του, Karin, εξαπέλυσε τις κατηγορίες. Ο εξεταστής/δικαστής Alman τον μεταφέρει σε έναν άλλο χώρο, για να την αντιμετωπίσει.

 

Η ψυχή του Isak αυτή τη φορά βιώνει ένα αληθινό περιστατικό, το οποίο τον στοιχειώνει ακόμα, στο υποσυνείδητό του. Την 1η Μαΐου 1917 είδε τη γυναίκα του με τον εραστή της σε ένα δάσος. Κρατούσε και εκείνη ένα μικρό καθρέπτη, όπου τον έστρεφε στον εαυτό της. Ακόμα, ο γιατρός άκουσε και τα λεγόμενα εκείνης, όσον αφορά τη γνώμη που είχε σχηματίσει για το γάμο τους. Γίνεται λοιπόν γνωστό και συγκεκριμένο πλέον στους θεατές, αυτό που εννοούσε η 96χρονη μητέρα του Borg, για την Karin. Τα όνειρα μοιάζουν να τελειώνουν, μα οι οικογενειακές αποφάσεις και υποχρεώσεις της επόμενης γενιάς φαίνεται να εκκρεμούν, ενώ ακολουθεί η ηθικά ακέραιη τελετή βράβευσης, για την προσφορά των 50 ετών του καθηγητή στην επιστήμη της ιατρικής.

 

Στην ταινία, η σκηνοθεσία αν και μεταφέρεται από τα πραγματικά παροντικά γεγονότα σε παρελθοντικά όνειρα του καθηγητή Borg και αντίστροφα, εμπεριέχει ξεκάθαρα αριστοτέλεια αφήγηση. Η διαμάχη της ιατρικής με τα πάθη και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης είναι μονίμως παρούσα και στα όνειρα. Ακόμη και στο δεύτερο, όπου η ιατρική ενυπάρχει μέσω αθόρυβων βημάτων, με τη μορφή της ψυχολογίας της Sara. Υφίσταται επίσης ένας σκοπός, ο οποίος ενώνει τυχαία ή εσκεμμένα τους χαρακτήρες και δεν είναι άλλος από την προσμένουσα απονομή της τιμητικής επιστημονικής διάκρισης. Επιπλέον, ακόμα και οι ονειρικές διαβάσεις του καθηγητή οδηγούνται προς μια συγκεκριμένη κλιμάκωση, στην εξέλιξη της ταινίας (το ζευγάρι των Alman εμφανίζεται στο τρίτο όνειρο καθώς και οι 20χρονοι Anders, Viktor και Sara, αφότου τους έχει συναντήσει ο γιατρός. Η συμπεριφορά και οι απόψεις τους φαίνεται ότι τον έχουν επηρεάσει). Διακρίνουμε λοιπόν αρχή, μέση και τέλος.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: VICTOR SJOSTROM: Υποδυόμενος τον καθηγητή ιατρικής Isak Borg: Ο ίδιος ο σκηνοθέτης θεωρεί, πως ένας κύριος λόγος για την ποιότητα της ταινίας, είναι ο πρωταγωνιστής που επέλεξε.

Ο Victor Sjostrom πραγματοποίησε μια αξιόλογη καριέρα στο χώρο του κινηματογράφου. Έκανε την πρώτη του ταινία ως σκηνοθέτης το 1912, υπό την κατεύθυνση του έμπειρου Mauritz Stiller. Aπό τότε μέχρι και το έτος 1923 σκηνοθέτησε άλλα 41 φιλμ, στα οποία συμμετείχε και ως ηθοποιός. Μεταξύ αυτών ήταν το έργο The Phantom Carriage (1921). Περίπου δύο χρόνια μετά συμφώνησε με τη Metro-Goldwyn-Mayer να εργαστεί στις Η.Π.Α. μόνο ως σκηνοθέτης. Μέχρι το 1930 σκηνοθέτησε εννέα ταινίες και συνεργάστηκε με ονόματα όπως η Greta Garbo, η Norma Shearer και ο John Gilbert. Επέστρεψε στη Σουηδία και ασχολήθηκε αποκλειστικά με την υποκριτική από το 1937 έως το 1952. Το τελευταίο του φιλμ ήταν το 1957 σε ηλικία 78 ετών (όπως ο χαρακτήρας), ερμηνεύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκεκριμένη ταινία. Δύο χρόνια μετά απεβίωσε.

Κάτι εκπληκτικό σε αυτή την ερμηνεία, είναι η εντελώς φυσική ένωση των κινήσεων, εκφράσεων και φυσικά της φωνής του ρόλου σε κάθε σκηνή ( αρκεί να σκεφτεί κανείς, όπως σε κάθε ταινία, τις διαφορετικές ημέρες γυρισμάτων και το μοντάζ). Είτε αφορούν τη χώρα του ονείρου είτε την πραγματικότητα, παρουσιάζουν μοναδική συνοχή. Ακόμα και όταν υπάρχει η αφήγηση της σκέψης του γιατρού, (αναπόφευκτα) αποχωρισμένη σκηνοθετικά από την κινησιολογία και εκφραστικότητα, μα άρρηκτα συνδεδεμένη ερμηνευτικά λόγω όμοιας ιδιοσυγκρασίας, που αποδίδεται μόνο από την κατάλληλη χροιά και διάρκεια προσηλωμένης έκφρασης των συναισθημάτων διαμέσου της φωνής (πρώτη σκηνή στο γραφείο της βιβλιοθήκης. Διαδικασία πρώτης ονειροπόλησης/μεταφοράς στο χρόνο στο παλιό του σπίτι, ενώ κάθεται στο ύπαιθρο, κοντά στο σημείο όπου αναπτύσσονται οι άγριες φράουλες).

Ο τρόμος στο πρόσωπο του 78χρονου στον πρώτο εφιάλτη, η ενσαρκωμένη αγνότητα της παιδικότητας του Borg μόλις βλέπει για πρώτη φορά τη Sara σχεδόν χωρίς να κινηθεί ο ίδιος, η κίνησή του μόλις παραληρεί στο τρίτο του όνειρο βαδίζοντας στην απόλυτη θλίψη καθώς προ ολίγου είδε τη Sara να ζει ευτυχισμένη με το Sigfrid, η χαρά του μόλις θυμάται στο όνειρο της εξέτασης τα καθήκοντα ενός γιατρού, είναι κάποια από τα πολλά σημεία που περιγράφουν το υποκριτικό ταλέντο του ηθοποιού. Κανονικά η ερμηνεία του θα έπρεπε να αποτελεί συνεχές σημείο αναφοράς προόδου, για όποιον ασχολείται με την υποκριτική.

BIBI ANDERSSON: Υποδύθηκε την ξαδέρφη του Isak Borg, Sara των ονείρων του και τη νεαρή ταξιδεύτρια, η οποία έφερε το ίδιο όνομα.

Ως ξαδέρφη: Η ερμηνεία της ξεχωρίζει, επειδή η Sara των ονείρων του Isak φέρει αντιθέσεις σε κάθε φανταστική της επίσκεψη. Στο πρώτο όνειρο που συμμετέχει, φέρει όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα της νιότης, με κοινή ψυχολογική οδό την παρόρμηση μιας νεαρής κοπέλας. Είναι ζωηρή, γεμάτη απορίες, όχι ιδιαίτερα τολμηρή, μα ενοχική για τις επιθυμίες της. Όμως ανταποκρίνεται στο φιλί του Sigfrid. Ανησυχεί μήπως πληγώσει άλλους ανθρώπους και κυριαρχούν τα έντονα συναισθήματα στην ψυχοσύνθεσή της. Στο δεύτερο όνειρο που εμφανίζεται, η κοπέλα έχει κοινή εμφάνιση, μα τελείως διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Υπερασπίζεται τις επιθυμίες της και γίνεται ψυχρή, σκληρή με τον Isak. Ενηλικιώνονται οι αξίες των ζωτικών αναγκών που εκφράζουν τα πάθη της, αδιαφορώντας για εκείνα των υπολοίπων. Φροντίζοντας το μωρό της Sigbritt, αναγνωρίζει πως πλέον από νεαρή κοπέλα θα μετατραπεί σε μητέρα. Στα τόσα συναισθήματα που εξέφρασε η ηθοποιός, θα προστεθεί ένα γρήγορο δραματικό βάδισμα, με το οποίο θα εισέλθει στο σπίτι προστατεύοντας το βρέφος.

Ως ταξιδεύτρια: Είναι η απόλυτη αντίθεση σε σχέση με την άλλη Sara. Απολαμβάνει τη ζωή συνεχώς και όταν έρχονται τα προβλήματα, απλά σωπαίνει (διένεξη μεταξύ ζεύγους Alman εντός του αυτοκινήτου). Για εκείνη πραγματικό πρόβλημα είναι, όταν κάποιος δεν ασχολείται μαζί της (Anders και Viktor αδιαφορούν προσωρινά για εκείνη, καθώς αντιμάχονται για υπαρξιακές θεωρίες).  

Οι εμφανείς διαφορές των δύο κοριτσιών, μα και ο διαχωρισμός σε υποενότητες της πρώτης περσόνας, δείχνουν την πολύ καλή ερμηνεία της ηθοποιού.

INGRID THULIN: Στο ρόλο της Marianne, νύφης του Borg: Τα κοντινά πλάνα της Ingrid Thulin αναδεικνύουν τη δυνατότητα της ηθοποιού να μας μεταφέρει την ήρεμη δύναμη της προσωπικότητας της Marianne, η οποία δεν χάνει την ψυχραιμία της ακόμα και στις πιο δυνατές αντιπαραθέσεις άλλων ανθρώπων (ζεύγος Alman) ή δικές της (αμφισβήτηση από τον Isak Borg προς το πρόσωπό της στην αρχή του ταξιδιού). Αντιθέτως υποδέχεται τα δηκτικά σχόλια των υπολοίπων με ένα αινιγματικό, πανέμορφα ελκυστικό χαμόγελο που μαρτυρά αυτοπεποίθηση, κάνοντας τους θεατές να αναρωτιούνται, για το ποια ενδέχεται να είναι η επόμενή της αντίδραση. Μοναδικές στιγμές κατά τις οποίες αποκλίνει από αυτή τη συμπεριφορά και διακρίνεται η έκφραση του θυμού της, είναι: 1) μόλις την προσβάλλει η μητέρα του Isak, 2) όταν διαφωνεί με τον Evald λόγω οικογενειακών αποφάσεων και 3) αποκαλύπτοντας στον πεθερό της τη θλίψη της, εξαιτίας των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η ηθοποιός δείχνει και είναι μια πραγματική, ποιοτική σταρ.  

GUNNAR SJOBERG: Στους ρόλους του Sten Alman και του εξεταστή του ονείρου.

Στον πρώτο ρόλο ανταποκρίνεται σε ένα προφίλ ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει έρθει σε ένα τέλμα με τη γυναίκα του και την ειρωνεύεται φρικτά. Όμως δεν έχει κανέναν έλεγχο, σε ότι αφορά την καθημερινότητα των σχέσεων του γάμου του. Και επιπλέον ταπεινώνεται ενώπιον όλων από τη σύζυγό του. Μοιάζει να προκαλεί την απόλυτη ρήξη, ωστόσο δείχνει χαρούμενος μπροστά στους συνοδοιπόρους του.

Στη δεύτερη περσόνα φαίνεται πως έχει ξεκάθαρα τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων. Είναι σοβαρός, τυπικός, αυστηρός και αμείλικτα επικριτικός. Ξεκινά ως εξεταστής ιατρικής (μέχρι το σημείο της επισήμανσης των καθηκόντων ενός ιατρού), μετά μετατρέπεται σε δικαστή (έως το σημείο που  κάνει γνωστό στον Borg, ότι θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη γυναίκα του, Karin) και τέλος σε χειρουργό της ψυχής. Ο ηθοποιός ανταποκρίθηκε πραγματικά επάξια στα παραπάνω.

GUNNEL BROSTROM: Στο ρόλο της Brit Alman και της δήθεν αποβιωσάσης ασθενούς, στον ονειρικό κόσμο του Borg.

Η πρώτη προσωπικότητα έχει σαν επάγγελμα την υποκριτική. Φαίνεται να τη χρησιμοποιεί, όταν για λίγο μιλά ευγενικά σε όλους, όμως αμέσως απαξιώνει το χαρακτήρα του άντρα της. Μετά προσβεβλημένη, τον χτυπά, αποκαλύπτοντας το μίσος της για εκείνον μπροστά στους συνταξιδιώτες της. Οι εναλλαγές ειρωνικών εκφράσεων, θλίψης και θυμού είναι όμορφα αναπαραστημένες.

Στο δεύτερο ρόλο το αργό, χαιρέκακο και τελικά απόκοσμο γέλιο δίνει περισσότερη αξία, στη σκηνή του εφιάλτη του Borg.

JULLAN KINDAHL: Ως η οικονόμος Agda του 78χρονου ιατρού.

Μια επίσης καλή ερμηνεία μέσω της οποίας -με εξαίρεση την πρώτη της σκηνή όπου δείχνει σωστά μια τυπική, απλή οικονόμος- εισέρχεται στην ταινία το στοιχείο του χιούμορ κατά τα λεγόμενά της, όταν μαλώνει ήπια με το γιατρό (πριν ο Borg φύγει για το ταξίδι του) ή του επισημαίνει ότι δεν είναι πρέπον για την τιμή της, να μιλούν στον ενικό αριθμό μεταξύ τους, ακόμη και αν έχουν περάσει 40 χρόνια από τη γνωριμία τους (αρκετά κινηματογραφικά λεπτά αργότερα). Ήταν γλυκιά, τρυφερή και ανθρώπινη.

GERTRUD FRIDH: Υποδυόμενη την Karin, γυναίκα του Isak Borg.

Όντας θεατρική και κινηματογραφική ηθοποιός, πραγματικά ήταν αδύνατον να μην αποκαλύψει το ταλέντο της, ακόμα και στις μοναδικές στιγμές της σκηνής όπου έπαιξε. Το αρχικό ανέμελο και σκοτεινά πονηρό γέλιο της Karin, αποσπά την προσοχή των θεατών από τους προβληματισμούς του Borg. Η ηθοποιός καταφέρνει να μας πείσει, ότι είναι μια γυναίκα λίγο πριν τα 40, η οποία ξανανιώνει απατώντας τον άντρα της. Στο ξεκίνημα διστάζει, κοιτάζοντας την ομορφιά του ώριμου ειδώλου της, σε ένα μικρό καθρέπτη. Με ένα ακόμη γέλιο της και μια διαφορετική έκφραση, όταν βρίσκεται στο δάπεδο με λυμένα τα μαλλιά της, δείχνει ξαφνικά σαν 20χρονο κορίτσι. Κατόπιν επικρίνει τον άντρα της δικαιολογώντας την πράξη της, αισθανόμενη πάλι την ηλικία της και όντας σε απόγνωση, εξαιτίας της έλλειψης αγάπης και πάθους που φέρει ο γάμος της.

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο γράφτηκε από τον Ingmar Bergman. Η ιδέα προέκυψε σε ένα ταξίδι που πραγματοποίησε ο Σουηδός, οδηγώντας από τη Στοκχόλμη προς τη Dalarma, κάνοντας ενδιάμεσα μια στάση στην πόλη Upsalla, όπου διέμενε. Εκεί, σκοπεύοντας να επισκεφτεί την κατοικία της γιαγιάς του, αναλογίστηκε μια φανταστική πιθανότητα διέλευσης στο χρόνο, μέσα από μια πόρτα, μεταβαίνοντας στην παιδική του ηλικία, όπου θεωρητικά όλα θα τα συναντούσε, όπως ακριβώς υπήρξαν. Ανέπτυξε την ιδέα έχοντας στο μυαλό του μια πύλη, με την οποία κάποιος μπορεί να επιστρέφει και στο παρόν. Το διασκεύασε, αντικαθιστώντας την ιδέα της παιδικής ηλικίας, με εκείνη της πρώτης νιότης. Το σενάριο γράφτηκε, ενώ νοσηλευόταν για δύο μήνες στη Στοκχόλμη, εξαιτίας προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε λόγω stress!

Παρατηρούμε και από άποψη σεναρίου αρχή, μέση και τέλος. Καθώς όλα έχουν ως γνώμονα, την ολοκλήρωση της τιμητικής διάκρισης του γιατρού και επίσης τα όνειρά του τον βοηθούν να ερμηνεύσει μια πληθώρα συναισθημάτων, καταλήγοντας σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Αυτό που διακρίνεται στο σενάριο, είναι ο τρόπος και ο λόγος της νοητικής επιστροφής του ήρωα στο παρελθόν. Καθότι, ο Isak Borg μεταφέρεται μέσω ονειροπολήσεων στα χρόνια της νιότης του, χωρίς όμως να υπάρξει ξανά ως νέος, αλλάζοντας εμφάνιση ή διορθώνοντας όποιες παρελθοντικές επιλογές των βασανίζουν. Δεν υφίσταται δηλαδή κάποια μορφή δεύτερης ευκαιρίας. Ούτε φαίνεται τα περισσότερα γεγονότα της ζωής του να εξαρτώντο, από τις δικές του αποφάσεις. Η ιστορία περνά διαμέσου του υποσυνείδητου του γιατρού, όταν εκείνος φτάνει σε μια ηλικία εκδίκασης του εαυτού του. Το γεγονός της βράβευσης για τα 50 χρόνια προσφοράς του στην ιατρική, δημιουργεί αγωνιώδη ερωτήματα στον Isak. Έτσι αναρωτιέται αν έπραξε σωστά, στο να αφοσιωθεί στην επιστήμη της ιατρικής και επαγγελματικής του καριέρας, παραμελώντας και κάνοντας λάθη ή συμβιβασμούς στις προσωπικές του επιθυμίες. Έτσι θίγεται το θέμα της διαμάχης μεταξύ ανθρώπινης διανόησης και απλής, βιωσάσης ευτυχίας. Καθώς επίσης και η επιλογή της αναπαραγωγής, ως ζωτικής μορφής ευτυχίας (Marianne) ή η εστίαση «των θέλω» ενός σύγχρονου ανθρώπου, που επιθυμεί να ολοκληρωθεί ψυχικά μέσω της ενηλικίωσης και μετά αυτοπραγμάτωσης, χωρίς απογόνους (Evald). Παρατίθενται δηλαδή αληθινά ενδιαφέροντες προβληματισμοί της Σουηδικής κοινωνίας και γενικά  του Δυτικού πολιτισμού. Μόλις στο έτος 1957… Επίσης η παρουσία των παραδόσεων της Σκανδιναβίας ευρισκόμενη σε διαμάχη με το χριστιανισμό, προσδιορίζεται με το κράμα σουηδικών και εβραϊκών ονομάτων μέσα στην οικογένεια (Sigfrid-Isak, Charlotta-Sara κ.α.).

Φυσικά η σκηνοθεσία, όντας το πραγματικό μέσο δεξιοτεχνίας του Ingmar Bergman, είναι εκείνη που θίγει περισσότερα θέματα από το σενάριο. Καταρχάς από το ξεκίνημα του έργου υπάρχει μια διαμάχη της ιατρικής με την ανθρώπινη φύση.  Η ιατρική ερμηνεύει τη βιολογία του ανθρώπου και τη φύση του εγκεφάλου του, μα είναι σε διαρκή πορεία βελτίωσης και αναζήτησης της γνώσης. Έτσι ο Borg, στο πρώτο του όνειρο διακρίνει μια φιγούρα με ένα απροσδιόριστο πρόσωπο παιδικότητας και γήρατος ταυτόχρονα, χωρίς να μπορεί να το ερμηνεύσει ιατρικά.  Η επιστήμη του, αδυνατεί να προβλέψει την ακριβή στιγμή του ανθρώπινου θανάτου, ούτε είναι ικανή να τον νικήσει (στο ίδιο όνειρο ο Borg διακρίνει ένα ρολόι χωρίς δείκτες, ενώ αμέσως μετά συναντά τον εαυτό του μέσα σε φέρετρο). Ακόμα, ο συγκεκριμένος κλάδος έρχεται αντιμέτωπος με τη θρησκεία χωρίς να υπάρχει νικητής, αν και η επιστήμη έχει αποδείξει πως σώζει ζωές (Anders και Viktor διαφωνούν λόγω υπαρξιακών αντίθετων απόψεων, καθώς σκοπεύουν να γίνουν κληρικός και γιατρός αντίστοιχα, ενώ ο Borg που έχει βοηθήσει τόσους ανθρώπους επιλέγοντας το δεύτερο επάγγελμα και αναμένεται να τιμηθεί για την προσφορά του σε αυτό, δεν παίρνει θέση).

Ο σκηνοθέτης δείχνει ότι το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να απαλλαγεί εύκολα από τα βιώματά του. Πραγματοποιεί τη μεταφορά αυτής της πληροφορίας στους θεατές σκόπιμα ετεροχρονισμένα, συνδέοντας βιώματα και φοβίες του πρωταγωνιστή από το υποσυνείδητο στην ξεκάθαρη ανάγνωση της συνειδητοποιημένης σκέψης του, ώστε αρχικά να μην διακόψει την εξέλιξη του έργου και τελικά να επεξηγήσει την αιτιολογημένη σύνδεσή τους, όταν είναι ψυχολογικά έτοιμος ο ήρωάς του (Ο Borg διακρίνει ένα μεγάλο ρολόι χωρίς δείκτες στο όνειρό του, φέρον τον ήχο των χτύπων μιας ανθρώπινης καρδιάς.  Πολύ αργότερα η 96χρονη μητέρα του τού υπενθυμίζει, ότι έχουν στο σπίτι ένα μικρό ρολόι χειρός δίχως δείκτες, το οποίο ανήκε στον πατέρα του. O Isak ακούει τους ίδιους χτύπους καρδιάς, που σχετίζονται με το πατρικό πρότυπο, το οποίο του έδωσε ζωή και η φιγούρα του τον διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό. Είναι κάτι το οποίο ο γιατρός γνώριζε, απλά ήθελε χρόνο για να το αποδεχτεί με ορατό τρόπο μέσα στη σκέψη του).

Ένα σημαντικό ζήτημα που περνά με αθόρυβα βήματα το κατώφλι της πλοκής του έργου, είναι η ερωτική επιθυμία του Isak για την ξαδέρφη του Sara και ο γάμος μαζί με την τεκνοποίηση, που πραγματοποίησε τελικά αυτή με τον αδερφό του, Sigfrid. Στο σύμπαν της ταινίας το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να επιβραβεύεται (στο δεύτερο όνειρο η Sara αποκαλύπτει στο Sigfrid, ότι έχει αρραβωνιαστεί μυστικά με τον Isak) μα ούτε και να συνεπάγεται με κατακραυγή ή με κοινωνικό αποκλεισμό. Προφανώς είναι κάτι το οποίο σοκάρει πολλούς ανθρώπους του σημερινού Δυτικού πολιτισμού και μη (πόσω μάλλον το έτος 1957 που γυρίστηκε η ταινία), αλλά το θέμα που θίγει δεν είναι η ίδια του η επιφάνεια. Δηλαδή η σύναψη ερωτικών συγγενικών σχέσεων. Ο σκηνοθέτης θέλει να δείξει, ότι γενικά η ελευθερία στον άνθρωπο είναι κάτι σχετικό και πως υπάρχουν διαρκείς καταπιέσεις, στις οποίες υπόκεινται οι κάτοικοι μιας κοινωνίας προσποιούμενοι όμως, ότι εκείνες δεν αποτελούν μέρος της πραγματικότητάς τους. Αντιμάχεται σαφώς, τις αρκετές διαφορές παραδόσεων της Σκανδιναβίας και της θρησκείας του χριστιανισμού, όμως  έχει στην πραγματικότητα συμβολικό χαρακτήρα.

Η ευφυΐα του Ingmar Bergman αποτυπώνεται σε λεπτομέρειες, που περιγράφουν ολόκληρους κόσμους επεξηγηματικής συμπλήρωσης της πλοκής της ταινίας, αλλά και γενικών υπαρξιακών προβληματισμών (Ο Sigfrid προσπαθώντας να ξελογιάσει τη Sara, η οποία μαζεύει άγριες φράουλες για τη γιορτή των γενεθλίων του θείου Aron, εκθέτει τη γνώμη του πως είναι ανόητο να ετοιμάζονται να τραγουδήσουν ως ένδειξη τιμής οι Kristina και Birgitta για τον θείο, που φέρει μερική κώφωση. Η Sara διαφωνεί κάθετα. Λίγο μετά μόλις κλαίει στην ξύλινη σκάλα, εκμυστηρευόμενη στην Charlotta, ότι δεν ξέρει ποιόν να διαλέξει, υποστηρίζει ότι είναι άσκοπο και ανόητο το τραγούδι που ετοιμάζουν τα δίδυμα, προοικονομώντας πως θα διαλέξει τον Sigfrid, καθώς υιοθέτησε την άποψή του. Έτσι μια πράξη καλοσύνης ερμηνεύεται κυνικά ως ανοησία, επειδή τη βόλευε να διαλέξει τον απλοϊκό Sigfrid. Επιπλέον στο οικογενειακό τραπέζι ξεκινά μια σύντομη, υποχρεωτική, ομαδική προσευχή, με την οποία φαίνεται να έχει απλά αποδεχτεί τυπικώς η Σουηδική κοινωνία, τη θρησκεία του χριστιανισμού).

Εξαιρετική είναι η σύνδεση των γεγονότων από την πραγματικότητα στον κόσμο των ονείρων (ο γιατρός είχε ακούσει πως η Berit Alman, ως ηθοποιός είχε υποδυθεί την καρκινοπαθή ξεγελώντας τους πάντες, για αυτό και στο όνειρο του ο Isak, θα παραπλανηθεί κάνοντας λανθασμένη διάγνωση). Λακωνικά ευφάνταστη, η διάσπαση του ίδιου ονείρου σε υποενότητες (η επανεξέταση του διπλώματος της ιατρικής θα οδηγηθεί σε μια εκδίκαση της ψυχής, περνώντας από την επιστημονική συσκευή του μικροσκοπίου, στην εμφανή πλέον παρουσία της γυάλινης κανάτας με νερό και τα δύο ποτήρια, που συνήθως χρησιμοποιούνται στο εδώλιο του κατηγορουμένου). Τέλος, η χρήση  ίδιου αντικειμένου, εκφράζει ως σύμβολο αποκάλυψης συναισθημάτων διαφορετικές ηλικίες και ανθρώπους (στο τρίτο του όνειρο ο Borg αναγκάζεται από τη Sara, να κοιτάξει το είδωλο του σε ένα μικρό καθρέπτη και αποστρέφεται την αποδοχή της ηλικίας και των βιωμάτων του, με σωστές και λανθασμένες επιλογές. Στην εξέλιξη του ονείρου βλέπει την Karin, πριν τον απατήσει με τον εραστή της, να παρατηρεί τον εαυτό της σε έναν επίσης μικρό καθρέπτη, αναγνωρίζοντας ότι βρίσκεται σε μια ηλικία, που ίσως να είναι μια από τις τελευταίες τις ευκαιρίες να ζήσει κάτι τέτοιο).

Οι κατευθύνσεις και υποδείξεις του σκηνοθέτη, έδωσαν πολύ μεγάλη ώθηση στην εξέλιξη της ποιότητας του έργου (χαρακτηριστική αναφορά είναι η ομαδική διάταξη σε λίγα πλάνα και η συντονισμένη ομιλία καθενός με την κάμερα ξεχωριστά, σύμφωνα με το ρόλο που υποδύονταν, στο οικογενειακό τραπέζι του ονείρου).

Η απόδοση σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών είναι πολλά περισσότερα από επιτυχής!

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING:  Ο Ingmar Bergman μόλις ολοκλήρωσε το γράψιμο του σεναρίου ήθελε και επέμενε, αφού πρώτα το σκέφτηκε αρκετά, να χρησιμοποιηθεί ο Viktor Sjostrom. Εξάλλου είχαν συνεργαστεί παλιότερα στην ταινία -To Joy- το έτος 1950. Αν και ο ηθοποιός αρχικά δίσταζε στα 78 του χρόνια, να παίξει το ρόλο, τελικά δέχτηκε. Παρά τα προβλήματα που δημιούργησε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων (καθώς θύμωνε αν ξεχνούσε κάποιες ατάκες ή αποκτούσε εμμονή με τις λεπτομέρειες του σεναρίου) και την όχι και τόσο καλή κατάσταση της υγείας του, ο ηθοποιός δικαίωσε το σκηνοθέτη. Παρομοίως οι επιλογές των Bibi Andersson (Sara), Ingrid Thulin (Marianne), Gunnar Sjoberg (Sten Alman) και γενικά, ειλικρινά όλοι οι ηθοποιοί. Πολύτιμη ήταν η συνδρομή της θεατρικής ηθοποιού Gertrud Fridh (Karin). Οι κυκλικές κοτσίδες και η ταυτόχρονη ομιλία των δίδυμων κοριτσιών ξεχωρίζουν, μα και παραπλανούν το θεατή. Τα κορίτσια Kristina και Brigitta δεν ήταν στα αλήθεια δίδυμα, ούτε καν αδέρφια. Η Lena Bergman, κόρη του σκηνοθέτη υποδύθηκε την Kristina και η Monica Ehrling την Brigitta.

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη μουσική της ταινίας δημιούργησε ο Erik Nordgren. Ανεπίσημα, έγραψε διάφορες συνθέσεις και ο Gote Loven. Η άρπα δίνει ένα όμορφο έναυσμα και τα βιολιά μαζί με τα πνευστά και τα υπόλοιπα έγχορδα ορχηστρικά όργανα, αποδίδουν μια ενδιαφέρουσα σύνθεση, καθώς διαγράφονται τα ονόματα των συντελεστών στο ξεκίνημα της ταινίας, έπειτα από τον πρόλογο του καθηγητή. Η παρουσία των μουσικών θεμάτων υπάρχει σε κάθε όνειρο. Διακρίνονται περισσότερο: 1) στον εφιάλτη του Borg μόλις συναντά τον εαυτό του στο φέρετρο, 2) κατά τη στιγμή της εισχώρησης στην πρώτη ονειροπόληση στο παρελθόν και 3) τη δεύτερη φορά που συναντά τη Sara (η Sara τον βλέπει και πηγαίνει να φροντίσει το μωρό της Sigbritt. Μαζί με το βρέφος τρέχει προς την έπαυλη. Ο Isak πλησιάζει ένα παράθυρο του σπιτιού και διακρίνει τη Sara να παίζει πιάνο και το Sigfrid να την παρακολουθεί. Μόλις σταματά το πιάνο φιλώντας το σύζυγό της, αμέσως ακούγεται ένα άλλο μουσικό θέμα, παιγμένο από ένα βιολί, με τον Borg να καταρρέει ψυχολογικά).

Ιδιαίτερο είναι το τραγούδι που πραγματοποιούν, σκοπεύοντας να αποχαιρετήσουν τον Borg, τα τρία νεαρά παιδιά (Anders, Viktor, Sara). Μεταφέρει μια πνοή αναμνήσεων από την πρώτη νιότη κάθε ανθρώπου. Σημαντική είναι επίσης η επιλεκτική απουσία της μουσικής, διαγράφοντας ένα ρόλο μελωδικών παύσεων και αφήνοντας τους ήρωες να εκπέμψουν αληθινή γοητεία. Η άρπα λειτουργεί ως γαλήνιος συνοδοιπόρος του τέλους.

Οι χτύποι της καρδιάς του ρολογιού κατά τον εφιάλτη του καθηγητή και το ανησυχητικά απόκοσμο τρίξιμο του φερέτρου, θα κάνουν τους θεατές να αντιληφθούν, πως δεν παρακολουθούν μια ταινία σε συνηθισμένα καλλιτεχνικά πλαίσια. Το αργό γέλιο της Berit Alman, που παρίστανε τη νεκρή, είναι τρομακτικό. Εκείνο της Karin, μυστηριωδώς ελκυστικό! Ενώ το κελάρυσμα του ρέματος το οποίο ακούγεται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη στιγμή της μοιχείας που εκείνη διέπραξε, αναπόφευκτα προκαλεί συμβολισμούς με το ποτάμι της λήθης, διασχιζόμενο από τον Isak Borg.

 

ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΝΑ ΑΦΙΕΡΩΣΕΤΕ ΧΡΟΝΟ, ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΥΠΕΡΒΑΣΗ, ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΙΓΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ, ΚΑΘΩΣ ΕΠΕΛΕΞΕ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΕΙ ΜΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΤΟ!

Ο ERETIKOS  κριτικός ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΟΥΣΙΝΣΚΥ  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ