Eretiki κριτική για την ταινία «Το Μπαλκόνι Μνήμες Κατοχής”

Η ταινία «Το Μπαλκόνι Μνήμες Κατοχής” αποτελεί ντοκιμαντέρ, με θέμα την προβολή της εξιστόρησης του ολοκαυτώματος των Λιγκιάδων από τους Ναζί, το έτος 1943.

Δεδομένου ότι κάθε ντοκιμαντέρ διαθέτει ειδικό χαρακτήρα, κάποιες κατηγορίες της στήλης τροποποιήθηκαν εκτάκτως, με σκοπό την προσπάθεια μιας εύστοχης προσέγγισης, σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα.

ΣΕΝΑΡΙΟ/ΙΣΤΟΡΙΑ: Στις 3/10/1943, ημέρα Κυριακή, στο χωριό των Λιγκιάδων, στα Ιωάννινα, διεπράχθη από τους στρατιώτες και στελέχη των Ναζί ακόμα μια επονείδιστη, κανιβαλιστική κτηνωδία για την ιστορία της ανθρωπότητας. Συγκεκριμένα, οι στρατιώτες της Βέρμαχτ που ανήκαν στο επίλεκτο σώμα καταδρομέων της μεραρχίας Εντελβάϊς, αυτοαποκαλούμενοι ως αλπινιστές, ήταν οι ένοχοι για το ολοκαύτωμα του χωριού. Ογδόντα τρεις ανθρώπινες ψυχές συνάντησαν εφιαλτικό θάνατο, ο οποίος δυστυχώς έδειξε τα περισσότερα από τα άσχημα προσωπεία του, μέσα από τη νοσηρή και αισχρή ναζιστική φαντασία εκείνη την ημέρα. Γυναίκες, άντρες, ηλικιωμένοι, νέοι, έφηβοι, παιδιά, μωρά και βρέφη τυλίχθηκαν στις φλόγες, πυροβολήθηκαν, μαχαιρώθηκαν ή σουβλίστηκαν με ναζιστικές λόγχες. Συμπτωματικά, πέντε κάτοικοι του χωριού, τηρώντας τις παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου, είχαν μεταφερθεί λίγο έξω από τους Λιγκιάδες, ώστε να παραλάβουν τη νύμφη από ένα Σαρακατσάνικο γάμο, που επρόκειτο να τελεστεί. Επίσης, οι άλλοι μισοί κάτοικοι του χωριού είχαν μεταφερθεί στις Καρυές Ζαγορίου, λόγω της πραγματοποίησης της απαραίτητης εποχιακής συγκομιδής καρυδιών. Οι κάτοικοι για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, εξαιτίας της ταραχώδους και φρικτά σοκαριστικής ανάμνησης των γεγονότων, δεν μιλούσαν για την αποδεδειγμένα ιστορικά καταγεγραμμένη σφαγή. Ήταν τόσο έντονη η συναισθηματική φόρτιση, όπου το αποκάλυψαν με τον καιρό στις επόμενες γενιές. Όμως, ποτέ δεν ξέχασαν! Ούτε τη βιαιότητα,  μα ούτε και την απώλεια των πολυαγαπημένων τους προσώπων.

 

Το έτος 1977, ένας φοιτητής με καταγωγή από τα Ιωάννινα, ο Γιάννης Βαδαλούκας, σπούδαζε στη Βρέμη της Γερμανίας ιστορικές επιστήμες. Υπήρξε ένας καθηγητής ιστορίας ονόματι Christoph U. Schminck Gustavus, ο οποίος παρατήρησε το ενδιαφέρον και την πρόοδο του φοιτητή στη σχολή, με συνέπεια να τον βοηθήσει σε ό,τι αφορά κάποιες λεπτομέρειες δυσκολιών, που προέκυπταν σε εξειδικευμένες εργασίες, κατά τη διάρκεια του γραπτού λόγου της γερμανικής γλώσσας. Ο Έλληνας φοιτητής εκτίμησε την ανιδιοτελή βοήθεια του καθηγητή του και του πρότεινε να τον φιλοξενήσει στο χωριό του. Όταν ο Γερμανός ιστορικός επισκέφτηκε τα Ιωάννινα, εξεπλάγη για δύο λόγους. Πρώτον, έμαθε για πρώτη φορά ότι το φρικιαστικό κίνημα του Χίτλερ πέρασε από τα Βαλκάνια φτάνοντας μέχρι την άκρη των, δηλαδή την Ελλάδα. Αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια εκπαιδευτική αστοχία γνώσεων του καθηγητή, μα στην τρομακτικής μορφής προπαγάνδα, κατά την οποία συνέχιζε το γερμανικό κράτος να ποτίζει τους πολίτες του, λέγοντάς τους ότι τα στρατεύματα του Γ’ Ράιχ πέρασαν μόνο από την Πολωνία και κάποιες ακόμη χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Δεύτερον, άκουσε από διάφορους κατοίκους, ποιες ακριβώς ήταν οι πράξεις των Ναζί στην Ελλάδα, στην Ήπειρο και συγκεκριμένα στο χωριό των Λιγκιάδων.

 

Ο ίδιος λοιπόν, πείσμωσε και θεώρησε ότι δεν ήταν δυνατόν, όντας ιστορικός να αγνοεί όλα αυτά τα γεγονότα, ούτε και να αφήσει τη συνέχιση του σκοταδισμού μαζί με την ντροπιαστική διαγραφή τους από τη Γερμανία, καθώς επίσης και από την ενδεχόμενη απόκρυψη της μαρτυρικής ιστορίας της Ελλάδας, μα και γενικά από όλη την ανθρώπινη ιστορία. Έτσι, αποφάσισε να μάθει ελληνικά για δέκα περίπου χρόνια και την επόμενη δεκαετία επισκέφτηκε τους Λιγκιάδες, καταγράφοντας το έτος 1989 με ένα μικρό κασετόφωνο, διαθέτον σύστημα καταγραφής μαγνητοφώνησης, μαρτυρίες ανθρώπων που υπήρξαν απόγονοι των θυμάτων, αλλά και επιζήσαντες της τραγωδίας. Φυσικά αργότερα, επέκτεινε την έρευνά του, ανατρέχοντας στα γερμανικά αρχεία ευρισκόμενα στην πόλη Φράιμπουργκ, με κύριο στόχο την αναζήτηση των τότε στρατιωτικών τερατουργημάτων. Ως καθηγητής Ιστορίας Δικαίου λοιπόν, τελικά εξέδωσε το 2011 το βιβλίο υπό μορφή τριλογίας, με τίτλο «Μνήμες Κατοχής”, αναφερόμενο και στους Λιγκιάδες. Το έτος 2013 ο σκηνοθέτης Χρύσανθος Κωνσταντινίδης, έχοντας μεγαλώσει ακούγοντας τις ιστορίες των Λιγκιάδων, συνάντησε τον Christoph U. Shcminck Gustavus και αποφάσισε να τις εμφανίσει μέσα από την ταινία του στο φως της πραγματικότητας, αποδεικνύοντας πως είναι αληθινές μαρτυρίες, ξεκινώντας τα γυρίσματα. Καταγράφηκαν μαρτυρίες απογόνων και εγγονών, καθώς και υλικό από τη Γερμανία και τα Ιωάννινα. Το 2018 το εγχείρημά του πήρε σάρκα και οστά  αποτελώντας μνημείο αναφοράς της ελληνικής ιστορίας, αποδίδοντας φόρο τιμής στα ατυχή θύματά της και ενημερώνοντας παράλληλα όλους μας, για το τι πραγματικά συνέβη στις 3/10/1943.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σε ένα δύσκολο σκηνοθετικό εγχείρημα, όπου η ίδια η ουσία των γεγονότων, δίνει σχήμα στη σύνδεση των γενεών των Λιγκιάδων στο φακό και έχοντας κάτι τέτοιο ως συνέπεια τη δημιουργία ακόμα πιο έντονων συναισθημάτων, αν σκεφτούμε ότι το συγκεκριμένο χωριό αποτελεί τον τόπο καταγωγής του σκηνοθέτη, υπήρξε μια ιδιαίτερη αισθητική απεικόνιση. Η ταινία ξεκινά με την εμφάνιση μιας παραγράφου, όπου η τελευταία της φράση  ”Οι Γερμανοί πέρασαν και από εδώ” δίνει αμέσως το στίγμα της ταινίας. Ακολουθεί η μαρτυρία μιας γυναίκας με τη φωνή της να ηχεί μέσα σε ένα σκοτεινό κάδρο. Φαίνεται ξαφνικά το μαγνητόφωνο που είχε χρησιμοποιήσει ο Γερμανός καθηγητής Gustavus. Έπειτα περνάμε σε μια μαρτυρία ενός ζευγαριού, που κατέγραψε μερικές δεκαετίες αργότερα η κάμερα του σκηνοθέτη. Ξεπροβάλλουν όλο και περισσότεροι μάρτυρες στο φακό, δείχνοντας ότι ο αριθμός αυτών δεν είναι εύκολο να μετρηθεί εκ πρώτης όψεως και πως έχουν όλοι συγγενικά θύματα και ουσιώδη στοιχεία να μας καταθέσουν. Ξεχωρίζει η παραδοχή, πως υπήρξε αποσιώπηση από τους ίδιους τους κατοίκους για τα γεγονότα του ολοκαυτώματος.

 

Αμέσως μετά εμφανίζεται το τοπίο των Ιωαννίνων με την αναγραφή του τίτλου της ταινίας και του ονόματος του σκηνοθέτη. Ακολουθεί η καταγραφή της μαρτυρίας/ομιλίας του Γερμανού ιστορικού Christoph U. Shcminck Gustavus, όπου ενώ μας εξηγεί πώς ασχολήθηκε με τον τόπο των Λιγκιάδων, παρατηρούμε τη φωτογραφία του φοιτητή του, Γιάννη Βαδαλούκα. Από την ηχογράφηση του παρελθόντος θα βρεθούμε στον παρόντα χρόνο των γυρισμάτων της ταινίας, μέσω της φράσης μιας μαρτυρίας του 1989, η οποία ενώνει τα δύο διαστήματα μεταξύ τους. Η φράση ανήκει σε έναν κύριο, αναφέροντας στον καθηγητή Gustavus, όταν έκανε την έρευνά του ότι: «Εγώ δεν θέλω να ξαναδώ τους Γερμανούς ούτε σε φωτογραφία.” Κατόπιν διακρίνουμε ένα ακόμη μακρινό πλάνο του τόπου και μέσα σε ένα ομιχλώδες κάδρο, παρατηρείται ένας δρόμος με δέντρα σε συστοιχία. Μετά οι στέγες των σπιτιών και η λίμνη των Ιωαννίνων. Στις τελευταίες απεικονίσεις ξεκινούν παράλληλα κάποιες μαρτυρίες, περιγράφοντας τη σημασία της ακρίβειας των γεγονότων, αποδεικνύοντας αυτό που κάθε ψυχικά υγιής άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά είναι απαραίτητο και κρίσιμο να ειπωθεί. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία για την εγκληματική πράξη και πως πρωτύτερα είχαν ήδη αρχίσει να λεηλατούν τα περισσότερα χωριά, όπως και το συγκεκριμένο.

 

Δέκα ημέρες πριν τη φρικτή κτηνωδία, οι Γερμανοί στρατιώτες σκότωσαν με ριπή μια γυναίκα, που είχε συγκεντρώσει κάποια ξύλα και σκόπευε να τα πουλήσει. Επιπλέον έκλεβαν από τα χωριά χρήματα, αντικείμενα αξίας, ακόμη και σεντόνια. Επιστρέφουμε στη συσκευή ηχογράφησης με αφήγηση, ενώ το μέσο (κάμερα) διασχίζει τη λίμνη. Αναφέρεται, πως υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας και παρατίθενται πλάνα από αρχείο του 1943, με την απειλή των γερμανικών πολυβόλων και την πορεία των στρατιωτών προς το χωριό να διαγράφονται. Κατόπιν, οι μαρτυρίες για τους θανάτους που υπέστησαν συγκεκριμένοι άνθρωποι με ειδεχθείς τρόπους, θα ακουστούν από τα χείλη συγγενών τους. Η κάμερα θα δώσει χώρο «ακούγοντας” την κατάθεσή τους.

 

Στην πορεία του ντοκιμαντέρ θα ακολουθήσουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες κάποιων θυμάτων πριν από το φονικό, μαρτυρίες επιζώντων, καταγραφή απόψεων και συναισθημάτων των απογόνων, μια γρήγορη, μα αισθητικά αρμόζουσα διαδοχή τοπίων και αργότερα μια πιο σταθερή και αργή, με απεικόνιση βροχερών τοπίων υπό ομιχλώδεις εναγκαλισμούς. Το κασετόφωνο της ηχογράφησης θα είναι πάντα εκεί, σε διάφορες στιγμές. Η κάμερα θα βρεθεί στην πόλη Φράϊμπουργκ της Γερμανίας, στο σταθμό του τρένου, όπου ο καθηγητής Gustavus θα εξηγήσει, τις ψευδείς ενημερώσεις και ιστορικές ανακρίβειες, αποτυπωθείσες σε αρχεία από τα ναζιστικά στελέχη του στρατού. Θα γίνει ορατό το μνημείο στο χωριό των Ιωαννίνων, αφιερωμένο στους  νεκρούς των Λιγκιάδων. Η πένθιμη νυχτερινή ακολουθία των σημερινών κατοίκων, κρατώντας πυρσούς και βαδίζοντας μέσα από το χωριό έως το σημείο του μνημείου, αφήνει έντονους προβληματισμούς στο θεατή. Ανατριχιαστικά είναι τα πλάνα που αποκαλύπτουν, ότι οι αλπινιστές είχαν μνημείο στη Γερμανία, όπως και ότι το 1957 οι Γερμανοί έκαναν παρελάσεις με επαίνους θεωρώντας εαυτούς, ως βετεράνους πολέμου. Ελπιδοφόρο δε στην αντίπερα όχθη, το γεγονός ότι μετά από κάποια χρόνια, αντιφασίστες Γερμανοί πολίτες ζήτησαν, διεκδίκησαν και πέτυχαν την παύση αυτών των παρελάσεων. Παραπάνω από κρίσιμη και σημαντική, η αναγνώριση των εγκλημάτων του τότε γερμανικού στρατιωτικού ζυγού, από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Joachim Gauck, ζητώντας δημόσια συγγνώμη για κάθε ναζιστικό έγκλημα, που διεπράχθη στην Ελλάδα.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ:  Στη συγκεκριμένη ενότητα της στήλης, αναφέρουμε πως κάθε μαρτυρία επιζώντων και απογόνων, που ειπώθηκε αρχικά και καταγράφηκε στην ταινία έπειτα, είναι εξίσου σημαντική. Ορθώς λοιπόν, προβλήθηκε η προφορική αναφορά των ονοματεπωνύμων τους, όπως και η εξιστόρηση των συμβάντων που αντιμετώπισε κάθε οικογένεια. Μέσα από τις μαρτυρίες προκύπτουν περισσότερα ντοκουμέντα για τον αριθμό των θυμάτων σε σχέση: με τη διάσταση της τραγικότητας του θανάτου των, την αναλογία των κατοίκων του χωριού, τη συχνότητα των φόνων σε μικρό χρονικό περιθώριο και την αποκτήνωση των Ναζί. Το σύνολο των μαρτυριών και τα προκληθέντα συναισθήματά των, καλείται να τα ανακαλύψει ο θεατής, παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ. Προκειμένου όμως να γίνει αντιληπτή η ένταση της αίσθησης των εγκλημάτων που διεπράχθησαν, πραγματοποιείται εστίαση σε μερικές εξ’ αυτών.

 

Τα ίδια τα γεγονότα περιγράφουν, αυτό που δεν χρειάζεται να στολιστεί με λέξεις. Ακολουθούν συνταρακτικές εξιστορήσεις.

 

ΕΛΕΝΗ ΧΟΛΕΒΑ: Έχασε τους δύο γιους της Αλέξη και Νίκο, επειδή κάποιοι στρατιώτες επέλεξαν να μοιράσουν ριπές στον άμαχο πληθυσμό.

 

ΦΟΥΚΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ: Πυροβόλησαν τον αδερφό της στο κεφάλι, μπροστά της και η ίδια βρέθηκε να έχει στα χέρια της τα μυαλά του. Η εγγονή της εξηγεί στην κάμερα την άποψή της, θέτοντας ένα ρητορικό ερώτημα, μέσα σε μια αναπόφευκτη, συναισθηματική φόρτιση. Ακόμα και αν δεχόταν η Γερμανία να δώσει χρηματική αποζημίωση για τα αίσχη των Ναζί,  είναι δυνατόν να κοστολογηθεί η ανθρώπινη ζωή;

 

ΡΟΥΣΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο συγκεκριμένος άνθρωπος την επομένη του ολοκαυτώματος, βρήκε ανάμεσα στο ερειπωμένο τοπίο του χωριού, με τις κατεστραμμένες οικίες και τους βάναυσα νεκρούς κατοίκους, στα συντρίμμια ενός σπιτιού, μία νεκρή νεαρή γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά της. Το μωρό είχε ηλικία δεκατεσσάρων μηνών. Ήταν μισοπεθαμένο! Θήλαζε ακόμα την γυναίκα ακολουθώντας το ένστικτο του, αδυνατώντας εκ του φυσικού να αντιληφθεί, ότι η μητέρα του είχε δολοφονηθεί και πως δεν θα το προστάτευε πλέον. Όσο τρομακτικό, αποκαρδιωτικό και αν φαντάζει, είναι γεγονός ότι οι Ναζί το είχαν μαχαιρώσει! Ο Νικόλαος Ρούσκας το έσωσε!

 

ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Μένοντας δύο χρόνια τότε στο νοσοκομείο συνήλθε και από τότε ζει υγιής διαμένοντας στα Ιωάννινα (κάποτε και στην Αθήνα, μόλις χρειάστηκε να βρει εργασία-αγνοώντας την επιλογή μετανάστευσης στη Γερμανία, σκίζοντας τα χαρτιά του). Εξηγεί στο ντοκιμαντέρ ό,τι του έκαναν, δείχνοντας μας το σημάδι της μαχαιριάς, που ακόμα φέρει στην πλάτη του.

 

CHRISTOPH U. SCHMINCK GUSTAVUS: O Γερμανός ιστορικός υπερβαίνοντας την πλύση εγκεφάλου που έκανε η κυβέρνηση της χώρας του μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, μαθαίνοντας ελληνικά ταξίδεψε στα Ιωάννινα το 1989 και ηχογράφησε ανθρώπους που είχαν θύματα, επιβίωσαν, άκουσαν ή είδαν από γειτονικά χωριά τη φωτιά. Εμφανίζεται στην ταινία, εξηγώντας μας ότι ο λόγος έκδοσης του βιβλίου «Μνήμες Κατοχής” και η παρουσίασή του σε διάφορες πόλεις, είναι προκειμένου να υπάρξει ενημέρωση όλων των ανθρώπων, για τις επιπτώσεις του πολέμου. Επιπροσθέτως για να αναγνωριστεί και να αξιοποιηθεί η αρετή της ειρήνης των λαών. Επίσης, κάνει γνωστό στους θεατές πως ο στρατός των Ναζί σημείωσε στα αρχεία του αναληθή στοιχεία, καταγράφοντας ψευδώς, ότι δέχθηκε απειλή ή αντίσταση από τους κατοίκους των Λιγκιάδων. Επισημαίνει ότι είναι ντροπή, ένας εκ των υπεύθυνων τότε αξιωματικών, για το ολοκαύτωμα των Λιγκιάδων,  ο Hubert Lanz να πέρασε ελάχιστο χρόνο στη φυλακή και να έζησε μια αρκετά καλή ζωή.

 

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΣΕΝΑΡΙΟΥ, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ: Δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε ντοκιμαντέρ, γίνεται αντιληπτό ότι μιλάμε ειδικά για καταγεγραμμένη ελληνική ιστορία. Επομένως σενάριο αποτελεί η ένωση μεταξύ των γεγονότων του ολοκαυτώματος των Λιγκιάδων, σε σχέση με την αφήγηση των μαρτυριών από: Επιζώντες, απογόνους θυμάτων, τον καθηγητή Gustavus και Γερμανούς πολίτες με αντιφασιστική δράση. Σημαντικό στοιχείο του σεναρίου, είναι η διαδοχή των ηχογραφημένων μαρτυριών του 1989 από τον C.U.S. Gustavus, καταλήγοντας στη σημερινή δεκαετία, μέσα από τον φακό του Χρύσανθου Κωνσταντινίδη. Στην ουσία με το εγχείρημα αυτό επιτυγχάνεται η ένωση τουλάχιστον τριών γενεών (1943/1989/2013 όπου ξεκίνησαν τα γυρίσματα). Βεβαίως, ξεχωρίζει η ένταξη της γνωστοποίησης των συμβάντων σε διεθνές επίπεδο, διαμέσου της δημόσιας παραδοχής συγγνώμης από τον Joachim Gauck, πρόεδρο της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, για κάθε ναζιστική εγκληματική πράξη στη χώρα μας. Και φυσικά η αναγνώριση της σφαγής του χωριού των Λιγκιάδων, ώστε να αντιληφθούν οι νέες γενιές των Γερμανών τις λεηλασίες του Γ’ Ράιχ.

 

Τη σκηνοθεσία υπογράφει επίσης ο Χρύσανθος Κωνσταντινίδης. Οι ίδιες οι πληροφορίες ταξιδεύουν τους θεατές σε άλλες εποχές, δείχνοντας δυστυχώς μια χαρτογράφηση των δολοφονιών από τους στρατιώτες. Οι τελευταίοι δεν έκαναν διακρίσεις. Ήθελαν πράγματι να κάψουν όλο το χωριό. Άντρες, γυναίκες παιδιά και μωρά. Σουβλίστηκαν άνθρωποι με λόγχες, κάηκαν, πυροβολήθηκαν αιφνιδίως στο κεφάλι, εκτελέστηκαν στον τοίχο, ενώ υπήρχαν πλάνα απόδειξης της διασκέδασης(!;) των στρατιωτών, όπου χόρευαν γελώντας και κάποιοι κρατούσαν τη ναζιστική σημαία. Παρουσιάστηκε η δήθεν αφορμή των στελεχών των Ναζί, για το ξεκίνημα του ολοκαυτώματος: Δύο μέρες πριν, οι αντάρτες εκτός από τον αποκλεισμό των τηλεφωνικών επικοινωνιών (σε τμήματα της Ηπείρου και της Πρεβέζης), προέβησαν επίσης στην δολοφονία του Συνταγματάρχη Zalmiger. Το συγκεκριμένο χωριό επελέγη εκδικητικά ως τόπος φονικού, εξαιτίας της γεωγραφικής του θέσης. Βεβαίως στην ταινία (όπως και στην πραγματικότητα) απεδείχθη, ότι αυτή ήταν μια γελοία αφορμή και πως πρωτύτερα είχαν ξεκινήσει οι θηριώδεις βιαιοπραγίες.

 

Στο έργο υπήρξαν κάποιες ιδιαίτερες στιγμές, σε ότι αφορά κάποια ειδικά οπτικά εφέ (vfx: Γιάννης Αγελαδόπουλος) κατά την προβολή των τοπίων. Συγκεκριμένα μετά τη διήγηση των γεγονότων που αφορούσαν τη Φούκα Αναστασία, συνέβη μια γρήγορη διαδοχή τοπίων. Όπως και αργότερα μια ταχύτατη εναλλαγή πλάνου νύχτας και ημέρας στα Ιωάννινα (μετά την αφήγηση της εγγονής της). H φωτογραφία (Γιάννης Χήνος) περιγράφει παραστατικά, το πάντρεμα του βροχερού και ομιχλώδους τοπίου των Ιωαννίνων.

 

Είναι εύστοχη η σύνδεση των γενεών, δια της μετάβασης -κατά το 1989- από το μαγνητόφωνο του C.U.S. Gustavus, στη σημερινή δεκαετία (τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 2013) με τη ματιά του σκηνοθέτη. Στην πραγματικότητα εκτός από τις φωνές και την αφήγηση των κρίσιμων μαρτυριών, υπάρχει και το τεχνικό κομμάτι όπου το ένα μέσο (κάμερα) καταγράφει το άλλο (μαγνητόφωνο). Και φυσικά αποδεικνύεται ενδιαφέρον κάτι τέτοιο για διάφορους λόγους. Όπως η παρατήρηση του πρώτου μέσου, ως μοναδικού στοιχείου αντίληψης και αναζήτησης της αλήθειας, για πραγματικά γεγονότα του 1943 εν έτη 1989. Καθώς εξυπακούεται, ότι η κάμερα υπήρχε ως μέσο το 1943, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε/απουσίαζε εσκεμμένα (όπως και κάποια συσκευή ηχογράφησης), ως πράξη αποσιώπησης, όταν διαπράχθηκαν οι κτηνωδίες. Αντιθέτως, ήταν εκεί για να καταγράψει τα πολυβόλα ή το αηδιαστικό γλέντι των στρατιωτών. Έτσι λοιπόν, εμμέσως θίγεται ένας προβληματισμός. Πως η ηθική επηρεάζει και τελικά αναιρεί την τεχνολογία. Επειδή, αλλάζει μεν προοδεύοντας η τεχνολογία, σε ό,τι αφορά το μηχάνημα ηχογράφησης  ή την ευκρίνεια του φακού μιας κάμερας (πλέον οι σημερινές συσκευές υπερνικούν το μαγνητοφωνάκι, όπως και οι αναλύσεις σχεδόν κάθε τωρινής ψηφιακής κάμερας σε σχέση με τα φιλμ [ανάλογα με το εγχείρημα κάθε σκηνοθέτη βεβαίως]), μα αν η ηθική δεν προχωρήσει και ενισχυθεί κατά τον ρου της ανθρώπινης ιστορίας, διδασκόμενη πλέον από ολέθρια λάθη όπως ο ναζισμός δε, κάτι τέτοιο δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία. Συν τοις άλλοις, αποφαίνεται και χρήσιμη η καταγραφή διαδοχής των δύο μέσων, δεδομένου ότι η μαγνητοταινία των κασετών, φθείρεται πιο εύκολα και ίσως να χάνονταν οι αποκαλυπτικές φωνές (μολονότι υπάρχουν τρία τουλάχιστον βιβλία εξιστόρησης αυτών των γεγονότων).

 

Διδακτικό το πλάνο, όπου ένας κύριος μας δείχνει ένα μετέπειτα στάδιο της συγκομιδής καρυδιών του τόπου, καθώς κάποτε συγκυριακά η ίδια διαδικασία έσωσε τους μισούς κατοίκους του χωριού. Ακόμα, ο σκηνοθέτης παραθέτει την παρουσία του στοιχείου τη φύσης όχι μόνο με την προσέγγιση τοπίων, αλλά και με την κοντινή λήψη εμφάνισης αραχνιδίων, εστιάζοντας στους υφασμένους ιστούς των. Η κάμερα αποθανατίζει ένα σμήνος πτηνών, διαγράφον μια κυκλική κινητική πορεία, θυμίζοντας κάποιο είδος πένθιμης ακολουθίας. Ένα από αυτά, είναι πιο κοντά από τα υπόλοιπα στο βλέμμα των θεατών, ώστε να διακρίνονται τα φτερά του. Μαρτυρώντας την ταυτότητα όλων. Και όμως… Είναι κοράκια.

 

Συγχαρητήρια, στους ανθρώπους που είχαν το θάρρος να θυμηθούν αυτά τα εφιαλτικά βιώματα και να τα καταθέσουν, είτε στο μαγνητόφωνο του καθηγητή είτε στην κάμερα του σκηνοθέτη. Πολλοί κάτοικοι του χωριού και γενικά των Ιωαννίνων αναγκάστηκαν, με αληθινό πόνο ψυχής να μεταναστεύσουν στη Γερμανία προκειμένου να εργαστούν. Άλλοι ήταν αμείλικτοι και αρνήθηκαν, σκίζοντας τα χαρτιά τους. Η νέα γενιά επηρεάστηκε αναπόφευκτα. Μαζί με τα γεγονότα μεταδόθηκε και η θλίψη, εκτός των άλλων, δυστυχώς με μια μορφή ενοχικής δεισιδαιμονίας. Όμως τα παιδιά αναζήτησαν τη γνώση και κατανόησαν, ότι αυτές οι πράξεις έγιναν φυσικά από ανθρώπους και πως την ευθύνη είχαν αποκλειστικά, οι τότε οι συγκεκριμένοι Γερμανοί στρατιώτες. Ευτυχώς η νέα γενιά των Γερμανών ενημερώθηκε, ώστε μαθητές από την πόλη Άουγκσμπουργκ να επισκεφτούν το μνημείο στα Ιωάννινα, καταθέτοντας άνθη. Οι ίδιοι οι Γιαννιώτες, δηλώνουν ότι δεν αποζητούν την εκδίκηση, καθώς θεωρούν ότι οι απόγονοι των υπεύθυνων, είναι κάποιοι τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Όμως δεν θα ξεχάσουν ποτέ. Διεκδικούν τη δικαιοσύνη! Ενημέρωση διεθνώς και συνεχώς για τους συνανθρώπους τους, που χάθηκαν.

 

Επιτυχής η σύνδεση της απόδοσης σεναρίου, σκηνοθεσίας και κατάθεσης μαρτυριών.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ ΕΡΕΥΝΗΣ: Σαφώς, η επιλογή της συμμετοχής του καθηγητή ιστορίας Δικαίου Christoph U. Schminck Gustavus έπαιξε καταλυτικό ρόλο, ώστε να συνδεθούν τα ιστορικά στοιχεία και να μεταφερθούν μέσω της μεγάλης οθόνης, όντας πλέον σε πιο προσβάσιμη μορφή, για πολλούς ανθρώπους. Καθώς επίσης, με σκοπό να γίνει γνωστή η έρευνα που έκανε τόσα χρόνια, με αποτέλεσμα να καταγράψει τα γεγονότα στο βιβλίο του, στο οποίο τα μοιράζεται. Ένα βιβλίο αποτελεί πάντα με τη μορφή της αληθινής γνώσης, ισχυρό όπλο του πολιτισμού.  

 

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Ο ήχος κάθε φωνής, που ανοίγοντας την ψυχή της ακούστηκε στην ταινία, αξίζει την ίδια προσοχή!

 

Την πρωτότυπη μουσική έγραψε ο Αλέξανδρος Πέτρου. Τις διασκευές των παραδοσιακών τραγουδιών έκανε ο Αλέξης Καραμέτης. Σε αρκετές στιγμές της ταινίας θα ακουστούν κάποια μουσικά θέματα από Α’ και Β’ βιολιά και βιόλες, τσέλο και κλαρίνο. Πιθανόν, να είναι ακριβώς αυτή η μουσική, η οποία έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει (αναπόφευκτα) μια μικρογραφία των  συναισθημάτων, τα οποία νιώθει κάποιος άνθρωπος, που έχασε με τέτοιο τρόπο συγγενείς και φίλους. Η καμπάνα συνοδεύοντας ένα παραδοσιακό μοιρολόι, έχον υποστήριξη αντρικής φωνής, με στίχο «Σήμερα μαύρος ουρανός, Σήμερα όλοι θλίβονται…” μεταφέρει ακόμα πιο έντονα στο θεατή την αίσθηση, ότι δυστυχώς έγιναν στα αλήθεια, όσα κατέθεσαν όλοι.

Το τραγούδι -Μαριόλα- θα ακουστεί στο τέλος, ενώ ταυτόχρονα αναγράφονται τα ονόματα των θυμάτων, των μαρτύρων και των συντελεστών της ταινίας. Μοιάζει ακατόρθωτο, όμως θα δώσει τελικά την κάθαρση στους θεατές. Απλώς μέσα από ένα πιο δύσκολο δρόμο, που χρειάζεται περισσότερη σκέψη και τρομακτικά αγνή ειλικρίνεια…

ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΤΕ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, ΚΑΘΩΣ Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΑΠΟ ΟΣΟ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΓΕΝΙΕΣ…

Ο ERETIKOS  κριτικός   Γιάννης Κρουσίνσκυ  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ