Eretiki κριτική για την ταινία «Ο θάνατος του Στάλιν»

ΣΕΝΑΡΙΟ για την ταινία «Ο θάνατος του Στάλιν»: Τα γεγονότα, σε συνδυασμό με τη συμπληρωματική ύπαρξη του μυθεύματος, μας εισαγάγουν στη Σταλινική Μόσχα, πρωτεύουσα της Ε.Σ.Σ.Δ. το έτος 1953. Σε όλη την επικράτεια της εδαφικά διαμορφωμένης οριοθέτησης του Σοβιετικού καθεστώτος τα τελευταία περίπου 20 χρόνια (προσάρτηση της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μολδαβίας, των Βαλτικών κρατών, της ανατολικής Πολωνίας, εντεταγμένης πλέον στη Σ.Σ.Δ. της Ουκρανίας και βεβαίως της Σιβηρικής επέκτασης), ο δικτάτορας Τζόζεφ Στάλιν, το πολιτικό επιτελείο του (ενώ καυχιέται για τα φρικτά εγκλήματά του, δημιουργώντας νέες λίστες θανάτου) και η κρατική οργάνωση ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ σε συνεννόηση με τα ρωσικά στρατεύματα, κάνοντας αιφνιδιαστικούς ελέγχους που καταλήγουν σε αφαίρεση ζωών, έχουν επιβάλλει τον απόλυτο κομματικό/κρατικό/ κομμουνιστικό νόμο.

 

Βρισκόμαστε στο μέγαρο μουσικής της Μόσχας, όπου κατά τη διάρκεια ενός κονσέρτου της κρατικής ορχήστρας, ο διευθυντής Αντρέγιεφ δέχεται μια τηλεφωνική κλήση από τη γραμματεία του κόμματος. Ταραγμένος, λόγω της προφανέστατα κρίσιμης σημασίας του συγκεκριμένου τηλεφωνήματος, αλλά και εξαιτίας του ελέγχου από τον ίδιο, της ταυτόχρονης διεξαγωγής της συναυλίας, η οποία μεταδίδεται ζωντανά στη χώρα, ο αγχωμένος διευθυντής του μεγάρου, ερχόμενος σε σύγχυση, δεν κατόρθωσε να συνεννοηθεί ξεκάθαρα. Αναμένεται όμως, να επικοινωνήσει εντός 17 λεπτών, με τον ίδιο το Γενικό Γραμματέα της κεντρικής επιτροπής του κομμουνιστικού κόμματος της Ε.Σ.Σ.Δ., Τζόζεφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Ο τελευταίος, απολαμβάνοντας κάθε προνόμιο της αχόρταγης εξουσίας του, ορίζοντας ακόμη και τα καλλιτεχνικά δρώμενα (με την όποια αντίληψη έχει), απαιτεί την ηχογράφηση του κονσέρτου και την τάχιστη παράδοση του ηχογραφημένου βινυλίου στα διαμερίσματά του.

 

Φυσικά επειδή δεν ηχογραφήθηκε τίποτα, ο Αντρέγιεφ θα αναγκαστεί να βρει ασυνήθιστες λύσεις. Μόλις παραδώσει, με χρονική καθυστέρηση, το δίσκο στην εθνική φρουρά, υπό τη συνοδεία της οργισμένης, αντιφρονούσας, πιανίστριας Μαρία Βενιαμινόβνα Γιούντινα, η ταλαντούχα μουσικός θα τοποθετήσει στη θήκη του βινυλίου ένα σημείωμα αγανάκτησης και επικρίσεων, απευθυνόμενο στο Γενικό γραμματέα, για τους θανάτους που προκάλεσε. Ο Στάλιν απομονωμένος και κλειδωμένος στο δωμάτιο της έπαυλης του, ακούγοντας το δίσκο και διαβάζοντας το προσβλητικό, για τη βαρύτητα της θέσης του, περιεχόμενο του γράμματος, θα γελάσει απτόητος και χαρούμενος για το φρικτό πόνο, που της προσέφεραν οι παρελθοντικές διαταγές του. Όμως τα γέλια δεν θα οδηγήσουν σε ευφορία, καθώς έντρομος και δυσαρεστημένος θα αντιληφθεί ότι παθαίνει… Εγκεφαλικό! Επειδή οι φρουροί έξω από την «ιερή» πόρτα του ανίερου κομματικού τέρατος, φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους, αν και ακούνε ότι όλα πάνε στραβά, δεν θα κάνουν τίποτα. Μέχρι που το επόμενο πρωί η σοβιετική υπηρέτρια θα τον δει, να διακοσμεί το πάτωμα.

 

Έτσι ειδοποιείται γοργά το πολιτικό επιτελείο, το οποίο θα σπεύσει στην κατοικία του Στάλιν, με σειρά προτεραιότητας τους επικεφαλής Λαυρέντι Μπέρια (αρχηγός της ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ) Γκιόργκι Μαλένκοφ (Αναπληρωτής Γενικός γραμματέας) και Νικίτα Χρουστσόφ (1ος γραμματέας της παράταξης), αντίστοιχα. Οι τρεις τους, αφού πρωτίστως υποκριθούν άριστα πως λυπούνται, χωρίς δυνατή ανθρώπινη καταμέτρηση του εύρους της θλίψης που βιώνουν, για τον αναπόφευκτα επερχόμενο θάνατο του «αγαπημένου» τους ηγέτη, θα πραγματοποιήσουν σύγκληση ολόκληρης της επιτροπής της παράταξης. Έτσι, η επιτροπή θα έλθει, ο Στάλιν λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας και παράλυσης της δεξιάς μόνο πλευράς του (βάσει της συνταξιοδοτημένης και ταυτόχρονα άπειρης ιατρικής γνωμάτευσης) θα επανέλθει, στιγμιαία, μα τελικά θα «φύγει» οριστικά, αφήνοντας λαίμαργους διαδόχους της εξουσίας στο νεκροκρέβατό του.

 

Οι τελευταίοι τηρούν τους τύπους (εκθειάζοντας τη μνήμη του νεκρού και αντιμετωπίζοντας με σεβασμό τα παιδιά του) αρχικά, για να συνεχίσουν να αναπνέουν και τελικά προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις επερχόμενες, πολιτικώς διαφοροποιημένες εξελίξεις. Κάποιοι εξ’ αυτών, συγκεκριμένα μέσω σκόπιμων αλλαγών στις λίστες δολοφονιών, παύσης εκτελέσεων και επιτρέποντας αποφυλακισμούς. Αναπόφευκτα, θα δημιουργηθούν πολιτικές εσωτερικές συμμαχίες και ενδόμυχες προτάσεις, που αφορούν ίντριγκες. Οι κερδοσκοπικά ομόφωνες ψηφοφορίες θα ανεβάσουν τις εντάσεις, αναδύοντας στην επιφάνεια της μεγαλομανίας των ψυχών του εν λόγω επιτελείου, τις κτηνωδίες που διέπραξαν τόσα χρόνια, ενώ όλοι παρίσταναν ότι αγνοούσαν.  

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αρχίζει, μετά το κόκκινο φόντο, με την διεξαγωγή του κονσέρτου, με τη Μαρία Βενιαμινόβνα Γιούντινα στο πιάνο. Θα υπάρξει μια επιγραμματική αναφορά ενημέρωσης του έτους 1953 και της πόλης Μόσχας, όπως και των εγκληματικών ενεργειών του Στάλιν και των δυνάμεών του (ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ), που επέβαλλαν το δικό τους απόλυτο νόμο τα τελευταία 20 χρόνια. Παρακολουθούμε τον διευθυντή Αντρέγιεφ του μεγάρου μουσικής, να επιβλέπει με το συνάδελφό του τη ζωντανή μετάδοση της συναυλίας, μέχρι που χτυπά το τηλέφωνο. Όταν ξαναβρεί το θάρρος του και καταλάβει πως είπε στη γραμματεία του καθεστώτος, ότι θα τους ξανακαλέσει ο ίδιος σε 17 λεπτά δηλαδή στις 22:27 ακριβώς, τότε μεταφερόμαστε σε μια συγκέντρωση του Στάλιν και των πολιτικών συνεργατών του. Εκεί θα ακούσουμε κάποιον να καυχιέται, για το πως βασάνιζαν τους αιχμαλώτους, πετώντας χειροβομβίδες για να ζεσταθούν από το κρύο και επειδή θα κάνει έναν »κομματικώς συντροφικό» πανηγυρισμό με έναν ομοϊδεάτη του, ο χρόνος θα κυλίσει πιο αργά και θα ενημερωθούμε ότι πρόκειται για τους Νικίτα Χρουστσόφ (1ο γραμματέα της Σοβιετικής Ένωσης) και Λαυρέντι Μπέρια (αρχηγό της ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ και Υπουργό ασφαλείας του κράτους).

 

Ταυτόχρονα θα γίνουμε μάρτυρες της μηχανικής αναζήτησης των αντρών της ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ, που αφορούν προσαγωγές αντιφρονούντων σε διάφορα κτίρια, εκτελώντας εντολές του Μπέρια. Ο σκηνοθέτης διαφοροποιεί εμφανισιακά τη συγκεκριμένη κρατική οργάνωση από τα ρωσικά στρατεύματα, κυρίως με την ύπαρξη μπλε πηληκίων με μια κόκκινη γραμμή στο κάτω μέρος τους, έναντι άλλων με μια κόκκινη γραμμή και ίδιο χρώμα με την υπόλοιπη στολή στο επάνω τμήμα τους αντίστοιχα. Το χιούμορ  συνοδεύει την ταινία, περιγράφοντας όμως στην πραγματικότητα τραγικά γεγονότα. Όπως η εφιαλτική ηχογράφηση, στην οποία αναγκάζονται οι μουσικοί να ξαναπαίξουν το κονσέρτο για να μην εκτελεστούν όλοι, με άλλο μαέστρο (ο αρχικός είχε ένα ατομικό ατύχημα), που «έφτασε» εκτάκτως βραδιάτικα, φορώντας τη ρόμπα του, καθώς συμπληρώνουν εναγωνίως οι υπεύθυνοι την αίθουσα με ταλαίπωρους φτωχούς ανθρώπους ως κοινό κομπάρσων, λόγω της προσέγγισης των επιθυμητών επιπέδων διακύμανσης της ακουστικής και φυσικά για το «αυθόρμητο» χειροκρότημα στο τέλος της αναπαράστασης. Ακόμα, η άγονη αναζήτηση ικανών ιατρών, καθότι οι καλύτεροι της χώρας τα προηγούμενα έτη είχε προβλεφθεί να εκτελεστούν, ώστε να μην μπορούν να βλάψουν, τον κατά άλλα ανθρωπίνως εύθραυστο ηγέτη.  

 

Γενικά, η αργή κίνηση σε συγκεκριμένες ενέργειες βασικών στελεχών θα επαναληφθεί αρκετές φορές ως τρόπος παρουσίασής των, με την αναγραφή των ονομάτων και των καθηκόντων τους (π.χ. Λάζαρ Καγκάνοβιτς, Υπουργός εργασίας, Βιάτσεσλαφ Μολότοφ Υπουργός εξωτερικών). Με τελευταίο το Στρατάρχη Ζούκοφ και τα υπεράριθμα παράσημά του. Στη διάρκεια των εξελίξεων της πλοκής από το θάνατο του Στάλιν και μετά, θα συντροφεύουν το έργο αποσπάσματα από άρθρα του Συντάγματος της Ε.Σ.Σ.Δ.. Αυτά διακρίνονται σε φόντο κόκκινης απόχρωσης με λευκά γράμματα, ξεκινώντας με την περιγραφή του πρωτοκόλλου, απευθυνόμενο σε αρχές αφοσίωσης των στελεχών. Έπειτα ακολουθεί το άρθρο 4 αναφέροντας πως θα υπάρξει περίοδος πένθους και πράγματι διατηρείται το τυπικότατο μέρος του εθνικού θρήνου βιτρίνας. Τέλος, μέσα από το άρθρο 18 θα φανεί πως ο αναπληρωτής πρέπει να αναλάβει τη θέση του Γενικού γραμματέα. Ο Γκιόργκι Μαλένκοφ θα αρχίσει να υποψιάζεται την προοπτική παράβλεψης ή τροποποίησης κανονισμών από εκεί και έπειτα. Η ταινία καταλήγει με απρόβλεπτες ανατροπές, μα με τη Μαρία Βενιαμινόβνα Γιούντινα να ολοκληρώνει ένα ακόμη κονσέρτο ως πιανίστα. Μόνο ζωντανό αυτή τη φορά, έχοντας όμως η ίδια μια διαφορετική ψυχοσύνθεση.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: SIMON RUSSELL BEALE: Στον ρόλο του Λαυρέντι  Μπέρια. Συνολικά είχε την καλύτερη ερμηνεία από όλους τους τους συμμετέχοντες. Η φωνή του κυριαρχεί στις σκηνές, ακόμη και όταν δεν έχει να πει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό («Δε νιώθει καλά. Ξεκάθαρα!» Μόλις ο Στάλιν είναι σωριασμένος στο πάτωμα και κατά περίπου 77% νεκρός λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας). Μοιράζοντας λίστες δολοφονιών στους στρατιώτες τις ΕΝ-ΚΑ-ΒΕ-ΝΤΕ, έχει υιοθετήσει το σαρκασμό ενός σαδιστή, όπως και κατά τη διάρκεια ειρωνείας της ταραχής του στρατιώτη Σλιμίνοφ. Όταν αποφυλακίζει μετά από καιρό την Πωλίνα Μολότοβα, έχει μια έκφραση έπαρσης και κάποιου ανθρώπου, ο οποίος κάνει μηχανορραφίες. Το ίδιο συμβαίνει, όταν απειλεί την πιανίστα.

 

Ομοίως και μόλις παραδίδει την Πωλίνα στον άντρα της, απολαμβάνοντας πρωτύτερα τα ψυχολογικά παιχνίδια, στα οποία τον υποβάλλει πριν του ανακοινώσει πως την ελευθέρωσε. Όμως, το ταλέντο του ξεχωρίζει μόλις ως πανικόβλητος Μπέρια, φοβούμενος πως λαός και πολιτική ηγεσία θα στραφούν εναντίον του, απειλεί τους ομοϊδεάτες του με την αποκάλυψη ντοκουμέντων. Εκεί, έχει κάνει με χαρακτηριστική ευκολία και επιτυχία ένα πέρασμα από την κωμωδία στο δράμα, αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση της θεματικής του έργου, που δεν είναι άλλη από την έκθεση εφιαλτικών ιστορικών πράξεων. Κάποια λεπτά αργότερα η υποκριτική του το πραγματοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό. Άλλωστε είναι ένας ηθοποιός, που διαπρέπει συνεχώς στο χώρο του θεάτρου.

 

SΤEVE BUSCEMI: Ως Νικίτα Χρουστσόφ. Στην ιστορία με τις χειροβομβίδες, είτε ο Χρουστσόφ υπερβάλλει είτε λέει αλήθεια, η έκφραση του ηθοποιού περιγράφει έναν άνθρωπο μυημένο στη βία. Παρατηρούμε εκθετικές εκρήξεις υποκριτικής, εναλλασσόμενες εντός του ρόλου, με αναπαράσταση ενός χαρακτήρα μέσα στον χαρακτήρα της ταινίας (μόλις πεθαίνει ο Στάλιν, ο Νικίτα υποκρίνεται για τη θλίψη του, γιατί αλλιώς θα έκανε το κεφάλι του και προτείνει την ολομέλεια της επιτροπής όχι λόγω των κανόνων, μα εξαιτίας της επανάκτησης χρόνου και της επιλογής των άμεσων πολιτικών συμμαχιών με κάποια από τα μέλη της, όπως ο Καγκάνοβιτς). Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο Χρουστσόφ επιχειρεί να προστατέψει την κόρη του Στάλιν, Σβετλάνα, πατρονάροντάς τη, με σκοπό όμως να κερδίσει έδαφος στην κούρσα για το κυνήγι της εξουσίας. Ξεγελώντας αυτήν και όχι μόνο.. Επίσης, στη σκηνή που ο Στρατάρχης Ζούκοφ παριστάνει πως θα τον καταγγείλει, ενώ τελικά αστειεύεται, η έκφραση αγωνίας, φόβου και έπειτα αγανάκτησης του Steve Buscemi είναι αυτή, που ως βάση υποστηρίζει τη συγκεκριμένη κωμική σκηνή.

 

JEFREY TAMBOR: Υποδυόμενος τον Γκιόργκι Μαλένκοφ. Ήταν επίσης καλός, όταν μπήκε στα διαμερίσματα του Στάλιν και βλέποντάς τον σχεδόν νεκρό, παρίστανε τον υποτιθέμενα λυπημένο Μαλένκοφ, με τη διαφορά ότι επιπλέον ενσάρκωσε και τον αληθινά συγχυσμένο αναπληρωτή Γενικού γραμματέα. Ο χαρακτήρας του γενικά επανέφερε στην ταινία το κωμικό στοιχείο αρκετές φορές. Τη στιγμή που του έφεραν το αληθινό κορίτσι, το οποίο όλοι είχαν δει ενώ ήταν σε μικρότερη ηλικία, δίπλα στον Στάλιν να του κρατά τότε το χέρι ως σύμβολο αγνότητας και συνέχισης των πολιτικών πιστεύω με τη νέα γενιά, είναι αστείος ο τρόπος που με σοβαρό και αφοριστικό ύφος είπε «Σαν στρουθοκάμηλος είναι». Καθώς το κορίτσι βρισκόταν στην εφηβεία του και είχε ψηλώσει πλέον αρκετά. Κατευθύνοντας αργότερα τη διαδικασία της ψηφοφορίας με τις κινήσεις των χεριών του (ανάταση) και τα λεγόμενά του («ομοφωνία») μεταδίδει την κωμικότητα. Ακόμα, κατόπιν των απειλών του Μπέρια προς όλους, αμέσως μετά την επίσημη ολοκλήρωση της κηδείας, εξαιρώντας τον εαυτό του με παιδικά επιχειρήματα. Παρατηρείται σημαντική διαφορά στο παίξιμό του, με την παρουσία δραματικού στοιχείου, μόλις ο ρόλος θα αναγκαστεί να πάρει παράτολμες αποφάσεις.

 

MICHAEL PALIN: Υποδύθηκε τον υπουργό εξωτερικών Βιάτσεσλαφ Μολότοφ. Επειδή, ακριβώς έχει μάθει από τους Μόντι Πάιθον πως να δημιουργεί την κωμωδία μέσα από σοβαρές εκφράσεις και σοβαροφανείς περσόνες των ρόλων που υποδυόταν, εδώ που η ερμηνεία του χρειαζόταν να ανεβάσει την απόδοσή του, προσαρμόστηκε άψογα. Η διπλωματική αναποφασιστικότητα του Μολότοφ είναι ένα από τα πιο χιουμοριστικά desserts του έργου (άποψη για τη γυναίκα του πριν και μετά την πληροφόρηση πως η Πωλίνα ελευθερώθηκε, προσπάθεια σχηματισμού γνώμης με αναίμακτες συνέπειες κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, πραγματοποιώντας ομιλία αντιθέσεων).

 

OLGA KURYLENKO: Έπαιξε τον ρόλο της πιανίστριας Μαρία Βενιαμινόβνα Γιούντινα. Βεβαίως, στη σκηνή όπου είναι προσηλωμένη στο σκοπό της και τοποθετεί το αντικαθεστωτικό γράμμα μέσα στη θήκη του βινυλίου, δείχνει όλο το πάθος των πεποιθήσεων του ρόλου, με την παρόρμηση μιας «νεαρής» (κανονικά η αληθινή Μαρία Γιούντινα τότε ήταν 54 ετών) που δεν τη νοιάζει, αν την εκτελέσουν μόλις διαβαστεί το σημείωμα. Αρκετά ειρωνική κατά τη διάρκεια αλλοίωσης του χαρακτήρα της, καθώς απομονώνεται με τον Χρουστσόφ, με τον τελευταίο να της εξηγεί πως δεν υπάρχει κάποια επαφή μεταξύ τους, ώστε ο ίδιος να είναι δυνατόν να θεωρηθεί εχθρός του κράτους. Το πολύ καλό DNA της 38χρονης Ουκρανής ηθοποιού μπορεί να μας εξιτάρει, αλλά δεν λειτουργεί πρακτικά για την πιστή αναπαράσταση μιας γυναίκας 54 ετών.

 

ANDREA RISEBOROUGH: Ως Σβετλάνα Στάλιν. Με σημαντικές διακρίσεις στο χώρο του θεάτρου. Μεταμορφωμένη σε σχέση με προηγούμενες ταινίες που εμφανίστηκε (Birdman, ως Laura). Πραγματικά πολύ καλή ερμηνεία, μιας κοπέλας που έτυχε να γεννηθεί έχοντας για πατέρα ένα δικτάτορα, με την ίδια να αγνοεί μερικώς τις λεπτομέρειες των πράξεων του γονιού της. Μοιάζει όντως απροστάτευτη και αποσβολωμένη, κάθε φορά που ο Μπέρια και ο Χρουστσόφ την πατρονάρουν αναφέροντάς της πως υπάρχει πιθανή απειλή για την ίδια και τον αδερφό της. Παρουσιάζει κωμικά στοιχεία λέγοντας στον Χρουστσόφ, ότι δεν θα πάνε όλα ακριβώς… Καλά, τη στιγμή που ο πατέρας της κείτεται νεκρός με τον εγκέφαλο ανοιγμένο και τον ανεγκέφαλο αδερφό της Βασίλι να πυροβολεί μέσα στο δωμάτιο. Σαν κακομαθημένο κορίτσι, ζητά από τον Μπέρια να της βρει κάποιον που της άρεσε, ενώ η τύχη αυτού, τον είχε οδηγήσει τελευταία φορά στα γκούλαγκ.  

 

DIANA QUICK: Στο ρόλο της Πωλίνα Μολότοβα. Έπαιξε σε λίγες σκηνές, μα απέδωσε άριστα τη σύγχυση μιας φυλακισμένης γυναίκας και την πλήρη υποταγή στις πεποιθήσεις του καθεστώτος (όταν ο Μπέρια την ελευθερώνει, για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς). Ηθοποιός, επίσης με θεατρικές περγαμηνές.

 

ADRIAN MCLOUGHLIN, JASON ISAACS: Ως Τζόζεφ Στάλιν και Στρατάρχης Ζούκοφ αντίστοιχα. Ο πρώτος έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε και ο χαρακτήρας του δευτέρου δεν περνά απαρατήρητος.

 

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο γράφτηκε από τους Armando Iannouci, David Sneider και Ian Martin, με τον Peter Fellows να πραγματοποιεί κάποιες προσθήκες. Είναι βασισμένο στη νουβέλα -La Mort de Staline- που έγραψε ο Fabien Nury και σχεδίασε ο Thierry Robin. Μια ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει το σενάριο, είναι πως αν και η ιστορία αφορά τα γεγονότα που διαδραματίζονται στη Ε.Σ.Σ.Δ. το έτος 1953 από τον Τζόζεφ Στάλιν και κυρίως από την πολιτική του ομήγυρη, η γλώσσα η οποία χρησιμοποιείται είναι τα Αγγλικά. Εξυπακούεται ότι η επιλογή της χρήσης της γλώσσας ανήκει στο σενάριο και όχι στη σκηνοθεσία, δεδομένου ότι ξεκινά από τα κείμενα, που έχουν στα χέρια τους οι ηθοποιοί διαβάζοντας ατομικά την ιστορία, μέχρι το σημείο των γυρισμάτων.

 

Αυτό λοιπόν συμβαίνει αρχικά για πρακτικούς λόγους ,δεδομένου πως μιλάμε για μια γλώσσα που φέρει και άλλο αλφάβητο. Θα έπρεπε λοιπόν να βρεθούν Ρώσοι ηθοποιοί και παρατηρώντας ότι η ταινία απαγορεύτηκε στη συγκεκριμένη χώρα αυτό μας δίνει αφορμή, για να εικάζουμε μόνο, ότι οι επαγγελματίες ενδέχεται να είχαν καλλιτεχνικό πρόβλημα συμμετέχοντας (η Olga Kurylenko είναι Ουκρανή, καθώς επίσης δεν αναγράφεται επισήμως κάποια ρωσική ιθαγένεια στο casting). Ή επίσης θα υπήρχαν άλλης εθνικότητας ηθοποιοί, που μπορεί να ήξεραν τη γλώσσα ή να χρησιμοποιούσαν λίγες φράσεις στα Ρώσικα αποστηθίζοντας λίγες ατάκες γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες, μα θα ήταν χρονοβόρο. Όμως συμβαίνει και για λόγους επιλογής. Δηλαδή οι σεναριογράφοι δείχνουν πως δεν έχει κάποια σημασία η χρήση της ρωσικής διαλέκτου, ούτε τόσο η περιγραφή των συνηθειών των Ρώσων πολιτών. Δεν επιδιώκουν να χλευάσουν το ρωσικό λαό. Αντιθέτως, σχολιάζουν πως οι άνθρωποι της χώρας πέρασαν φρικτές στιγμές. Εστιάζοντας στην επίκριση και την πολιτική χλεύη των αποτρόπαιων πράξεων του δικτάτορα, των συνεργών του και όσων σχετίζονταν με το εν λόγω καθεστώς. Δεν αποδυναμώνει λοιπόν το σενάριο η συγκεκριμένη επιλογή, αλλά το ενισχύει εφόσον σημασία έχουν οι ενέργειες των ανθρώπων και όχι το ποια γλώσσα ομιλούν.

 

Υπάρχει ένα πάντρεμα πραγματικών γεγονότων και μυθεύματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επικριτική επιστολή της Μαρία Βενιαμινόβνα Γιούντινα προς τον Στάλιν. Η οποία φυσικά είναι στη χώρα του φανταστικού και η ιδέα αυτής έχει ρίζες επινόησης στη νουβέλα -La mort de Staline-. Όμως, στην πραγματική της ζωή, όντως η συγκεκριμένη γυναίκα, αν και ήταν καλλιεργημένη, είχε φανατισμό με τη θρησκεία μέσα από την οποία θεωρούσε πως υπάρχει κάποιας μορφής ειρηνική μετάνοια, κάτι που φαίνεται και στο γράμμα, όταν λέει πως θα προσευχηθεί για τις πράξεις του Στάλιν. Υπάρχουν κάποιες πληροφορίες, πως ένα βράδυ του 1944 ο Στάλιν διέταξε την καλλιτέχνιδα να σηκωθεί και μέσα στη διάρκεια της νύχτας να ηχογραφήσει ένα κονσέρτο, οπότε δεν είναι απίθανο να συνέβη και κάτι τέτοιο το Μάρτιο του 1953.

 

Το χιούμορ στα κείμενα του σεναρίου έχει δυνατές στιγμές. Την ώρα που ο Μπέρια επαναφέρει στο προσκήνιο το γκρουπ των ιερέων, στην κηδεία ο  Νικολάϊ Μπουλγκάνιν (Paul Chalidi) ενώ παρακολουθεί μαζί με τους υπόλοιπους άθεους πολιτικούς συνεργάτες του, λέει τη φράση: «Jesus Christ! It’s the bishops!» Ωραίες ατάκες και προσαρμοσμένες στην ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων. Ντελικάτα μεν από την πιανίστα στον Χρουστσόφ για το γράμμα και την ενδεχόμενη δολοφονία της λέγοντας: «Γιατί; Έχει ορθογραφικά λάθη;» Και άτσαλα δε από τον Ζούκοφ, στον κάποτε άνθρωπο με κώμη Χρουστσόφ. «Γιατί τι θα κάνεις αύριο; Θα λούζεις τα μαλλιά σου;» Όπως και η ατάκα του Χρουστσόφ, όταν ο υπεύθυνος της κηδείας υπερέβαλλε, τονίζοντας την εμφάνιση του νεκρού Στάλιν. «Δεν είναι και ο Clark Gable!»   

 

Το έργο σκηνοθέτησε ο Armando Iannuci. Η έλλειψη υποτιθέμενης ρωσικής προφοράς αλλά αντίθετα η αγγλική συνηθισμένη, βοηθά την ομαλή διεξαγωγή της ταινίας. Έχει σχηματιστεί μια λάθος εντύπωση για την ταινία, ξεκινώντας από τα επίσημα trailers, που τη διαφημίζουν διεθνώς. Το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί μια ευχάριστη κωμωδία με φρενήρη ρυθμό, η οποία έχει κατασκευαστεί προκειμένου να ξεκαρδιστούν γελώντας ασταμάτητα και ανεξέλεγκτα οι θεατές. Στα περισσότερα trailers έχουν συγκεντρωθεί διάφορες ατάκες, η συρραφή των οποίων μάλιστα απενεργοποιεί σχεδόν τη δύναμή τους. Όμως, όποιος παρακολουθήσει την ταινία, αμέσως θα αντιληφθεί ότι αφορά ένα έργο που πραγματεύεται πολύ σοβαρά ζητήματα και γεγονότα εξελισσόμενα λόγω ιδιωτικών συμφερόντων, εξαιτίας των οποίων καταπιέστηκαν, αφαιρέθηκαν, βασανίστηκαν και στιγματίστηκαν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές.

 

Η ταινία λοιπόν έχει στο σύνολό της την αρετή του χιούμορ, μα με τη μορφή ενός στοιχείου που ευδοκιμεί και στις πιο φρικτές καταστάσεις. Όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή. Πετυχαίνοντας παράλληλα να καταγράψει κατακρίνοντας, τις εγκληματικές πράξεις της Ε.Σ.Σ.Δ., των συγκεκριμένων προσώπων, όπως και γενικά κάθε ηγετικού πολιτικού κινήματος (γιατί πολλοί άνθρωποι για αρκετά χρόνια παρίσταναν, ότι δεν υπήρχαν αυτά τα γεγονότα από τη Σοβιετική Ένωση) και να τα χλευάσει προσεγγίζοντας την αληθινά απάνθρωπη και αλαζονική τους οντότητα. Υπάρχουν έξυπνα σκηνοθετικά αστεία, όπως η ξαφνική επιτακτική κλήση της επιτροπής στον συνταξιούχο γιατρό (προκειμένου να σώσει ότι μπορεί από το μισοπεθαμένο Γενικό Γραμματέα), ενώ εκείνος βγάζει βόλτα το σκύλο του στο πάρκο, όπου εκεί υπάρχει ένα άγαλμα του Στάλιν. Το άγαλμα την ίδια στιγμή, αν το σκεφτεί κανείς, στέκεται καλύτερα από τον ίδιο το Στάλιν. Επιπλέον, ο δεύτερος μαέστρος καταφθάνοντας με τη ρόμπα του στην αίθουσα μουσικής, ενώ όλοι είναι αγχωμένοι και θυμωμένοι επειδή θα ξαναπαίξουν το κονσέρτο, έχει μια έκφραση ενθουσιασμού, καθότι νωρίτερα του είπαν πως τον φώναξαν γιατί είναι ο καλύτερος στο να διευθύνει ορχήστρες.

 

Κατά τα άλλα παρατηρούνται και κάποιες ιδιαίτερες πινελιές. Ο Νικίτα Χρουστσόφ φθάνοντας στην κατοικία του Μολότοφ, καθώς ήθελε να συμμαχήσει πολιτικά μαζί του, αναγκάζεται να ανέβει αρκετές σκάλες. Έτσι, από ένα πανοραμικό πλάνο στο οποίο φαίνεται ότι είναι ακόμα χαμηλά, προκύπτει ο συμβολισμός με τα σκαλιά της εξουσίας, όντας πολλά ακόμη μέχρι να εκπληρώσει τις πολιτικές του βλέψεις. Διακρίνονται επίσης κάποιες ιστορίες, έχουσες μια αόρατη σύνδεση κατά την έκβασή τους. Ο Μπέρια ανακαλύπτει πως ο Μαλένκοφ φορά κορσέ και πολύ αργότερα το αναφέρει σε ανύποπτες στιγμές μπροστά στους άλλους, μα όχι τόσο ξεκάθαρα, ώστε η πληροφορία να είναι περισσότερο ιδιωτική μεταξύ τους. Γίνεται ένας αγώνας μεταξύ σωσιών και μη, προκειμένου να βρεθεί ένα προσομοιάζον ή το ίδιο κοριτσάκι, που κράταγε κάποτε το χέρι του Στάλιν, για να συνοδεύσει πλέον το Μαλένκοφ χαιρετίζοντας το λαό της Μόσχας στο μπαλκόνι της εξουσίας, με προηγηθείσες διαφωνίες περί αυθεντικότητας στις ενδιάμεσες διαλογές υποψηφίων. Όπου το κράτος θυμήθηκε, πως κάπου ζούσε το αληθινό κορίτσι τα τελευταία χρόνια και κάνοντας τα αδύνατα δυνατά το εντόπισε, αλλά λόγω υπερβολικού ύψους πλέον την ξαναέστειλαν… Στο κάπου. Με την τελική χαριτωμένη επιλογή σωσία, να μην φαίνεται στην οπτική γωνία του λαού, από το μπαλκόνι.

 

Η παρουσία του φακού εντοπίζεται στο εσωτερικό μεγάλων και μικρότερων χώρων (αίθουσα πένθιμης τελετής που αφορά παλάτι, μέγαρο μουσικής, διαμερίσματα Μολότοφ, Χρουστσόφ, αντίστοιχα). Με τα πορτρέτα του Στάλιν, τα κόκκινα και μαύρα κρατικά τηλέφωνα να περιγράφουν σύντομα την κατάσταση πολλών ετών. Αλλά και σε γυρίσματα για εξωτερικούς χώρους (δάσος που βρίσκεται η έπαυλη, πάρκο με συντριβάνι στη σκηνή με το άγαλμα κ.α.). Εννοείται, πως δεν υπήρχαν γυρίσματα στη Ρωσία. Αντιθέτως, έγιναν σε Ουκρανία και Αγγλία (Freemason’s Hall, Alexandra Palace in London, Mongewell Park in Oxford).  

 

Προαναφέραμε ατομικά τις ερμηνείες, όμως αυτό που έχει εξαιρετική σημασία είναι ο συντονισμός όλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποτελεί περιγραφή για όλο το έργο, είναι η διεξαγωγή της πένθιμης τελετής, με τους ηθοποιούς να συμπληρώνουν άψογα ο ένας τον άλλο. Ειλικρινά τα λόγια δεν το περιγράφουν.

 

Επιτυχής η απόδοση σεναρίου,σκηνοθεσίας και ερμηνειών.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING/ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Οι επιλογές θεατρικών και κινηματογραφικών ηθοποιών ήταν εξαιρετικές! Όταν ένα casting περιλαμβάνει τον Roger Ashton-Griffiths (You will meet a tall dark stranger, του Woody Allen, ως Jonathan Wunch) για να παίξει μόνο σε μια σκηνή, υποδυόμενος τον μουσικό με το γαλλικό κόρνο, που δεν δέχεται ότι έκανε λάθος, τότε φαίνεται πως έγιναν προσεγμένες επιλογές.

 

Οι στολές των στρατιωτών είναι μινιμαλιστικά σχεδιασμένες και οι ενδυμασίες του Μαλένκοφ ξεχωρίζουν από το ρουχισμό των υπολοίπων. Αυτό όμως που αναδεικνύει το στόλισμα του χιούμορ στην ταινία, είναι το κόκκινο με δύο μαύρες γραμμές πένθιμο περιβραχιόνιο, που φορούν τα στελέχη στην κηδεία, λόγω υπέρμετρης αφοσίωσης κομματικών πεποιθήσεων. Δείχνουν κομψά τα γυαλιά του Μπέρια, χωρίς να διαθέτουν βραχίονες. Επίσης η πυτζάμα του Νικίτα Χρουστσόφ μέσα από το κοστούμι ήταν πραγματικό αριστούργημα για εμάς τους θεατές και δυστοπία για κάθε μόδιστρο.

 

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη μουσική έγραψε ο Christopher Willis. Ακούμε ελάχιστες νότες από φλάουτο και αμέσως το πιάνο μας προσκαλεί στην ταινία. Προφανώς διακρίνεται το κονσέρτο, ως ηχογραφημένο και μη. Ξεχωρίζει, κάθε φορά που προβάλλεται η επιγραφή παρουσίασης των στελεχών, μια σύντομη μουσική υπόκρουση. Ένα μικρό αγωνιώδες μουσικό θέμα, που παίζει το πιάνο με γρήγορες αξίες τη στιγμή κατά την οποία αμέσως μετά την εντολή της παύσης εκτελέσεων, μεταφερόμαστε μέσω του αρχικού μακρινού πλάνου στους κρατούμενους της Σιβηρίας, δίνει ιδιαίτερη αξία στη σκηνή.

 

Ο ήχος της πτώσης του Στάλιν στο πάτωμα προκαλεί γέλιο, του ατυχή πρώτου μαέστρου στο σύστημα πυρόσβεσης απορία και αυτός του κουδουνίσματος των παρασήμων του Ζούκοφ σκεπτικό χαμόγελο. Οι πυροβολισμοί δημιουργούν ανησυχία και προβληματίζουν.  

 

ΣΑΣ ΠΡΟΤΡΕΠΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΤΕ, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΥΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ, ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ.

 

Ο ERETIKOS κριτικός  ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΟΥΣΙΝΣΚΥ

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ