Eretiki κριτική για την ταινία «Ραντεβού στο Παρίσι»

Το «Ραντεβού στο Παρίσι» προβλήθηκε στο εξωτερικό το Δεκέμβριο του 1963, με τίτλο «Charade». Το σενάριο, το σκηνοθετικό ύφος , οι υπέροχες ερμηνείες και η μουσική υπόκρουση, καθιστούν την ταινία ως μια κινηματογραφική παράσταση, που από την αρχή ως το τέλος της, εντυπωσιάζει ευχάριστα τους θεατές μέχρι και σήμερα. Τον περασμένο Δεκέμβριο η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα από την Cosmote TV.

ΣΕΝΑΡΙΟ: Βρισκόμαστε στη Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του 1960. Ένα τρένο, ακολουθεί την πορεία μιας συνηθισμένης διαδρομής από Παρίσι προς Μπορντό, την αυγή. Η ρουτίνα του δρομολογίου διαταράσσεται, όταν ξαφνικά ένας επιβάτης «εκτοξεύεται» από μια καμπίνα της αμαξοστοιχίας, όντας δολοφονημένος και καταλήγοντας λίγο μακρυά από τις σιδηροδρομικές γραμμές. Μερικές ώρες αργότερα, σε ένα πολυτελές χιονοδρομικό κέντρο της Γαλλίας βρίσκεται η κυρία Virginia ή Regina Lambert, απολαμβάνοντας τις διακοπές της, παρέα με τη φίλη της Sylvie και τον μικρό και άτακτο γιο εκείνης, τον Jean-Luis. Η Virginia εκμυστηρεύεται στη Sylvie, πως παρόλο που απολαμβάνει τα προνόμια μιας πλούσιας ζωής, η ίδια επιθυμεί να χωρίσει με τον σύζυγό της Charles Lambert, καθώς δεν αγαπιούνται και επιπλέον εκείνος της λέει πολλά ψέματα, δίνοντας συχνά την εντύπωση πως κάτι κρύβει. Αμέσως μετά την εξομολόγηση αυτή, η πανέμορφη Αμερικανίδα με το άψογο στυλ θα γνωρίσει τον κύριο, που ονομάζεται Peter Joshua. Αφού υπάρξουν αρχικά, κάποια χιουμοριστικά, αμοιβαία σχόλια, με στόχο την ανίχνευση δυναμικότητας στο χαρακτήρα και την εξακρίβωση της οπτικής γωνίας motto, η οποία προβάλει -συνήθως- τη διάθεση για ζωή σε μια προσωπικότητα, θα κάνουν και οι δύο μια σημαντική ανακάλυψη. Ταιριάζουν.

Η κυρία Lambert θα επιστρέψει στην κατοικία της στο Παρίσι, ώστε να δρομολογήσει τις διαδικασίες με το επερχόμενο διαζύγιό της, διακρίνοντας όμως κατάπληκτη, πως εκεί λείπουν όλα τα έπιπλα. Η άμεση άφιξη του σοβαροφανούς επιθεωρητή της γαλλικής αστυνομίας Edouard Gran Pier, στο διακοσμητικά «άνυδρο» διαμέρισμά της, θα ξεκαθαρίσει, μα ταυτόχρονα θα οδηγήσει σε σύγχυση τη φινετσάτη κυρία. Μετά την αναγνώριση του πτώματος του συζύγου της στο νεκροτομείο, εκείνη θα πληροφορηθεί εντός της αστυνομικής διεύθυνσης από τον επιθεωρητή, συνταρακτικές αποκαλύψεις για τον Charles, καθώς ο ίδιος:  1) Πούλησε όλα τα έπιπλα σε πλειστηριασμό κερδίζοντας 250000 δολάρια. 2) Είχε τέσσερα διαβατήρια και σκόπευε να φύγει για τη Βενεζουέλα, χωρίς να της πει τίποτα. 3) Δολοφονήθηκε μέσα στο τρένο για Μπορντό και έπειτα τον πέταξαν από την αμαξοστοιχία. 4) Οι αστυνομικές αρχές δεν κατόρθωσαν να βρουν πουθενά το χρηματικό ποσόν, που εκείνος εισέπραξε.

Στην κηδεία, η χήρα Regina θα διαπιστώσει, (πέραν του ότι δεν ήξερε τίποτα για το σύζυγό της, πλην του ονόματος) πως μοναδικοί άνθρωποι που γνώριζε ο απαλλαγμένος πλέον από νομικές και οικονομικές έγνοιες Charles, είναι τρεις επισκέπτες, που δεν μπορεί να πει κανείς ότι ακτινοβολούν από ηθική και καλοσύνη! Οι μυστήριες γνωριμίες και οι σοκαριστικές ενημερώσεις δεν τελειώνουν όμως εδώ για την ανήσυχη, εντυπωσιακή, κυρία. Ένας διοικητικός υπάλληλος της Αμερικανικής πρεσβείας, -σε συνεργασία με τη CIA- ονόματι Hamilton Bartholomew, της αποκαλύπτει πώς σχετίζονταν οι τρεις εγκληματικές φυσιογνωμίες της κηδείας με τον Charles, ο οποίος έφερε άλλο πραγματικό επώνυμο.  Αλλά και τί συνεχίζουν να διεκδικούν μετά το θάνατό του, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη δική της ζωή. Μοναδικός φάρος ελπίδας για εκείνη είναι ο επανεμφανιζόμενος, εντοπίζοντάς τη στο άδειο διαμέρισμά της, καλός και ανιδιοτελής κύριος Joshua. Είναι όμως αυτό που δείχνει;

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ξεκινά με τη χρήση ενός μακρινού πλάνου από δεξιά καταγράφοντας τη φύση, ενώ έπειτα η κάμερα, προοδευτικά οδηγείται προς τα αριστερά και πιο κοντά, όπου βρίσκονται οι σιδηροδρομικές γραμμές και το διερχόμενο τρένο που μέσω κοντινότερης λήψης «ακροβατεί» επάνω τους. Είναι σπάνιο, το γεγονός πως βλέπουμε το σώμα του Charles Lambert, εκ της αντίθετης οπτικής γωνίας, να πέφτει από την αμαξοστοιχία, δηλαδή η κάμερα να καταγράφει τη σκηνή πίσω από το τρένο και διαμέσου του κενού, που σχηματίζεται στα κάτω μηχανικά του μέρη, πλησίον των σιδηροδρομικών γραμμών. Μετά την οπτική πληροφόρηση της δολοφονίας στους θεατές, η οποία είναι γενέτειρα όλων των μετέπειτα εξελίξεων, οι τίτλοι των ονομάτων των συντελεστών συνοδεύονται από την επιμέλεια animation του Robert Ellis. Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός περιλαμβάνει σχήματα δίνης, κυματισμών, απεικόνιση μορφής λαβυρίνθου, ρομβοειδούς μωσαϊκού, σχέδια ελικοειδούς μορφής και ομόκεντρους κύκλους, μέσα σε ποικίλες αποχρώσεις, ταιριάζοντας έτσι απόλυτα με τη δεκαετία του 1960.

Η ταινία γενικώς, θα ισορροπήσει μεταξύ κωμωδίας και δράματος, με έναν ενδιαφέροντα, αυστηρώς οριοθετημένο, συνεχή τρόπο. Βεβαίως, το κωμικό στοιχείο είναι αυτό που υπερέχει του δράματος, αφήνοντας συνολικά στο θεατή μια αρκετά ευχάριστη διάθεση. Χαρακτηριστικές στιγμές που αποτυπώνεται κάτι τέτοιο είναι: κατά τη διάρκεια της κηδείας του Charles, με τις τρεις αντρικές φιγούρες να εισέρχονται στην άδεια αίθουσα τελετής, ανοίγοντας την πόρτα που τρίζει, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Όπως και διαφορετικός, είναι ο τελευταίος αποχαιρετισμός τους προς τον νεκρό. Στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, όταν οι καλεσμένοι συμμετέχουν στο παιχνίδι με το πορτοκάλι, ο Leopold Gideon (ο 1ος κακοποιός) απειλεί την Αμερικάνα χαμηλοφώνως και εκείνη του κλοτσά το πόδι, χωρίς να έχει καταλάβει το πλήθος τι ειπώθηκε μεταξύ τους. Επίσης μόλις ο Hamilton Bartholomew ετοιμάζεται να εξιστορήσει στην Virginia το σκοτεινό παρελθόν του Charles και των υπολοίπων, αλλάζει η σκηνή και από την αγορά της πόλης, οι δυο τους βρίσκονται σε ένα εστιατόριο, με την κάμερα να κάνει κοντινό πλάνο σε εκείνον, ενώ ο ίδιος αφηγείται, μιλώντας σιγανά και με σοβαρό ύφος. Βεβαίως αυτό που το καθιστά αστείο, είναι η σύνδεση με την επόμενη σκηνή, όπου η Virginia καταστρέφει ένα τσιγάρο (χωρίς κάποιο λόγο) που της προσέφερε εκείνος, κατά τη διάρκεια της διήγησής του και τότε ο Bartholomew με την ίδια σοβαρότητα και μυστικότητα της λέει «ξέρετε πόσο κοστίζουν αυτά;»

Υπάρχουν διάφοροι φόνοι στην πλοκή της ταινίας, μέσα από τους οποίους επανέρχεται μια δραματική και πιο υπεύθυνη προσέγγιση του σκηνοθέτη προς τους θεατές, για το τι σημαίνει να τερματιστεί κάποια ανθρώπινη ζωή. Όμως οι δολοφονίες αφορούν την κατάληξη κάποιων ανθρώπων και όχι την ίδια τη στιγμή των ανθρωποκτονιών. Έτσι υπάρχει ένα τακτ του φακού, το οποίο βεβαίως πραγματοποιείται και για να μην αποκαλυφθεί η πλοκή του έργου. Αντιθέτως αυτό που γίνεται ξεκάθαρο εξαρχής, είναι το αμοιβαίο φλερτ και η ερωτική χημεία μεταξύ του Peter Joshua και της κυρίας Lambert σε όλες τις συνθήκες, περιλαμβάνοντας σημαντικά γεγονότα (χρηματικά ποσά και δολοφονίες) και τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης.   

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: AUDREY HEPBURN: Υποδυόμενη τη Virginia/Regina/Reggie Lambert. Στην πραγματικότητα στηρίζεται πάνω της όλο το έργο. Οι εκφράσεις του προσώπου της ταυτίζονται διαρκώς με τις εξελίξεις της ταινίας (Μπαίνει κάποιος στο σκοτεινό, άδειο διαμέρισμά της και ανοίγοντας την πόρτα, το φως από το διάδρομο πέφτει επάνω στο τρομαγμένο πρόσωπό της. Μόλις εκείνη ακούει πως η φωνή ανήκει στον Peter, το πρόσωπό της αμέσως ηρεμεί). Η ηθοποιός έχει καταφέρει καλύτερα από όλους τους συναδέλφους της να μετουσιώσει την κατεύθυνση του σκηνοθέτη σε υποκριτική αναπαράσταση. Δηλαδή είναι μέσα στο πλαίσιο, που αφορά την οπτική γωνία της ταινίας. Σασπένς, χιούμορ, κωμωδία, δράμα, έκπληξη και φόβος είναι τα στοιχεία που υιοθετεί και εναλλάσσει συνεχώς. Βεβαίως στην προσωπικότητα που ενσαρκώνει υπάρχει επιπλέον και το ρομάντζο. Στην κηδεία καταφέρνει μόνο με τη χροιά της φωνής της να φέρει το κωμικό στοιχείο του black humor στο προσκήνιο, ενώ βρίσκεται κατά τα άλλα σε μια σεμνή τελετή. Γενικώς είναι εκπληκτική η ερμηνεία της.

CARY GRANT: Ως Peter Joshua: Συντροφεύει επάξια την πρωταγωνίστρια του έργου, όντας απόλυτα συντονισμένος μαζί της, στους διαλόγους αλλά και στις ρομαντικές στιγμές. Σαφώς, μέχρι να έρθουν αυτές, ο δικός του ρόλος φέρει κατά κύριο λόγο, το στοιχείο της ψυχραιμίας και της άνεσης ακόμα και στις πιο ακραίες καταστάσεις, καθώς επίσης και την τέχνη της παραπλάνησης σε άλλους ανθρώπους. Μπορούμε να πούμε λοιπόν, πως απέδωσε πάρα πολύ καλά το προφίλ ενός χαρακτήρα, έμπειρου ζεν πρεμιέ με αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Ναι, ήταν αρκετά αστείος στη σκηνή, κάνοντας ντους μπροστά στη Regina, φορώντας κοστούμι. Και είχε φοβερό ύφος μετά τη βολή με νεροπίστολο, που δέχτηκε από τον μικρό Jean-Louis.

WALTER MATTHAU: Ο ρόλος του, ήταν εκείνου του ανθρώπου που υποδέχτηκε τη Regina στην πρεσβεία των Η.Π.Α. Αν και απουσιάζει από το έργο σε αρκετά χρονικά διαστήματα… Λόγω της κρισιμότητας των σκηνών που παίζει, του ρόλου αλλά και της πολύ καλής του ερμηνείας, κάνει παραπάνω από αισθητή την παρουσία του. Για να μεταδώσει την κωμικότητα, αρκεί μόνο η κίνησή του σε αντίθεση με το ύφος που έχει, στη σκηνή κατά την οποία μιλά με τη Virginia τηλεφωνικώς, κρατώντας όλη τη συσκευή και κάνοντας ασκήσεις γυμναστικής με τα γόνατά του, ταυτόχρονα. Ακόμα, το γεγονός ότι ο ίδιος διακόπτει τον ειρμό του για να ανοίξει ένα μπουκάλι με κρασί στο γραφείο ή βάζει την χαρτοπετσέτα με το λεκέ τελικά στο πέτο του, προκαλεί γέλιο.

Μόλις πρωτοεμφανίζεται, γνωρίζοντας αρχικά την κυρία Lambert στην αμερικανική πρεσβεία, παρουσιάζει έναν άνθρωπο που της απευθύνεται ανθρώπινα, επαγγελματικά, σοβαρά, χαλαρά, με ανακριτικό ύφος και τελικά πάλι επαγγελματικά (όλο αυτό το κράμα εκφράσεων γίνεται αντιληπτό από το θεατή, όταν στο ξεκίνημα ο Bartholomew αγνοεί το είδωλό του στον καθρέπτη, μα έχοντας αυτοπεποίθηση, καλωσορίζει την Αμερικάνα στο χώρο, κάνοντας παράπονα για το λεκέ που έχει το κοστούμι του και αρκετά αργότερα, υποδεικνύει χαμογελώντας της την οικογενειακή του φωτογραφία, όντας για μια στιγμή άλλος άνθρωπος). Το ίδιο καλός είναι και στις δραματικές σκηνές, που θα ακολουθήσουν πολλά κινηματογραφικά λεπτά αργότερα. Εξαιρετικός!

JACQUES MARIN: Στο ρόλο του Γάλλου επιθεωρητή. Δεν τίθεται θέμα ταύτισης με τον επιθεωρητή Clouseau της ταινίας «Ροζ πάνθηρας» καθώς το «Ραντεβού στο Παρίσι» (Charade) γυρίστηκε και προβλήθηκε νωρίτερα. Ωστόσο, θα μπορούσαν να υπάρξουν κάποια κοινά κωμικά στοιχεία μεταξύ των, χωρίς να υφίσταται η κοινή τους επιρροή (λόγω ενός Γάλλου που αναγκάζεται λόγω της δουλειάς του να μιλά, την Αγγλική γλώσσα τη δεκαετία του 1960 στην πατρίδα του κ.τ.λ.). Όμως ακόμη και στην πορεία του χρόνου αποδεικνύεται πως ο κύριος Marin ενσάρκωσε ένα δικό του ρόλο. Στο ξεκίνημα στο άδειο διαμέρισμα της κυρίας Lambert είναι σοβαρός και αμείλικτος, καθώς και στο νεκροτομείο. Έπειτα στο αστυνομικό τμήμα χωρίς να μιλήσει, αρκετές φορές κάνει τους θεατές να γελούν (όταν για δεύτερη φορά, μετά από υπόδειξη που κάνει η κοπέλα μέσω βλέμματος, εκείνος δεν ανάβει το πούρο του, δυσανασχετώντας. Ή μόλις στρέφει ανάποδα αναίτια την άδεια τσάντα της αεροπορικής εταιρείας, που αποτελούσε αντικείμενο του θύματος). Το ίδιο συμβαίνει γενικά και με τα λεγόμενά του : «Αυτή η μύτη θα με κάνει αρχηγό της αστυνομίας», τη στιγμή που κάτω από την πολλά υποσχόμενη μύτη του, συμβαίνουν διάφορα.  

Ned Glass, James Coburn, George Kennedy : Στους ρόλους των Leopold Gideon, Tex Panthollow και Herman Scobie αντίστοιχα, δηλαδή των τριών κακοποιών. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον 1ο (δεδομένου ότι κάποια πράγματα που μοιάζουν ασήμαντα στην καταγραφή μιας σκηνής, δεν είναι τόσο εύκολα όσο νομίζουν οι θεατές) πως κάθε φορά που φτερνίζεται μας πείθει, πως αυτό έχει σχέση με μια χρονική περίοδο, της οποίας τα γεγονότα  τον ενόχλησαν πολύ. Επίσης πολύ καλός στη σκηνή με το πορτοκάλι. Ο 2ος ξεχωρίζει με την κίνησή του, βαδίζοντας στο δωμάτιο που έγινε η κηδεία και όταν μιλά στο τηλέφωνο με τον Peter Joshua. O 3ος διακρίνεται έχοντας εισβάλλει στο δωμάτιο της Regina, κινούμενος εχθρικά προς το μέρος της και απειλώντας στο ασανσέρ ενός άλλου κτιρίου, τον Peter.

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο είναι ένας από τους λόγους, που αξίζει να δει κάποιος την ταινία. Γράφτηκε από τους Peter Stone και Mark Behm. Όλοι οι χαρακτήρες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, παρόλο που δεν γνωρίζουμε αναλυτικά το παρελθόν τους. Ωστόσο, η ιστορία μας δίνει όσα χρειάζεται για να φανταστούμε το συνολικό τους προφίλ. Επίσης στην πλοκή της ταινίας διαδραματίζονται περισσότερες από τέσσερις ανατροπές. Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκειά της το κοινό ενδέχεται να θεωρήσει ύποπτο οποιοδήποτε πρόσωπο. Τα κομμάτια του παζλ του μυστηρίου, στην πορεία του έργου συνδέονται με αναπάντεχο τρόπο. Επιπροσθέτως έχει σημασία να αναφέρουμε και να αναγνωρίσουμε την ποιότητα των κειμένων, στις στιχομυθίες των ρόλων της ταινίας. Και αυτό διότι πρώτον ανταποκρίνονται σωστά στις ιδιοσυγκρασίες των χαρακτήρων (ατάκες των τριών κακοποιών, ανήσυχου επιθεωρητή που η υπόθεση έχει φύγει από τον έλεγχό του).

Μα κυρίως γιατί οι διάλογοι έχουν όμορφο χιούμορ και παράλληλα δημιουργούν επικοινωνία ανάμεσα στους ρόλους (όλοι οι διάλογοι μεταξύ Virginia-Peter και το λεκτικό παιχνίδι πράκτορες/κατάσκοποι μεταξύ Bartholomew-Virginia). Επικοινωνία επίσης παρέχεται και από τους χαρακτήρες προς το κοινό (Η Sylvie παρατηρώντας στην κηδεία πως είναι άδεια η αίθουσα, ρωτά τη Virginia, αν ο νεκρός είχε πολλούς φίλους και εκείνη απαντά «Που να ξέρω; Εγώ είμαι μόνο η χήρα!» Πολύ αργότερα ο Peter παλεύει με τον Scobie και ενώ δεν είναι ξεκάθαρο τι έγινε, με τη Reggie να ανησυχεί, ο πρώτος της αποκρίνεται: «Στραμπούληξα την υπερηφάνεια μου»). Κάτι που επίσης δείχνει τη λεπτότητα των κειμένων, είναι η ατάκα -desk Jokey- μόλις ο Bartholomew προσπαθεί να εξηγήσει στην κυρία Lambert, ότι έχει δουλειά διοικητικού υπαλλήλου στην CIA. Αρκετοί χαρακτήρες έχουν και άλλα ονόματα, όπως θα αποδειχθεί. Κοινωνικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός, ότι η Regina δεν έχει πρόβλημα να εργαστεί ξανά μόλις πεθαίνει ο σύζυγός της, μα την απασχολεί ιδιαίτερα, να διατηρήσει η ίδια το επώνυμό του.

Το έργο σκηνοθέτησε ο Stanley Donen. Παρουσιάζονται ιδιαίτερα σκηνοθετικά στοιχεία που ισορροπούν μεταξύ πραγματικότητας, αντιθέσεων, συμβολισμών, αθωότητας και φόβου. Χαρακτηριστική είναι η στιγμή που ο P. Joshua μαζί με την V. Lambert παρακολουθούν κουκλοθέατρο. Ξαφνικά βρίσκεται κοντά τους ο επιθεωρητής και ταυτόχρονα στην παράσταση που βλέπουν υπάρχει ένας αστυνομικός. Αλλά και μια γυναίκα, που νομίζει πως σκοτώνει τον άντρα της, μα τελικά εκείνος ζει. Η Virginia κάνει συμβολισμούς αναγνωρίζοντας ποιες είναι οι διαφορές στη δική της ζωή. Και φυσικά επειδή πάντα υπάρχει το χιούμορ στην ταινία, ο επιθεωρητής ταυτίζεται με τον αστυνομικό του κουκλοθέατρου και κουνά το κεφάλι του, συμπάσχοντας με τον δεύτερο που δέχεται ξυλιές.

Προκαλούν σασπένς, η σκηνή καταδίωξης στον υπόγειο γαλλικό σιδηρόδρομο,  η αποκάλυψη της πλοκής στο περιστύλιο και η απόπειρα δολοφονίας στο θέατρο που βρίσκεται κοντά.

Οι ερμηνείες βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο, καθώς μεταφέρονται από την κωμωδία στο δράμα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μερικές φορές οι ηθοποιοί τιθασεύουν και συμφιλιώνουν παράλληλα και τα δύο υποκριτικά στοιχεία στην ταινία. Σαφέστατα επιτυχής η απόδοση σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών.

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING/ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Σε μια τέτοια ταινία είναι σχεδόν αυτονόητο, πως οι επιλογές των προσώπων ήταν ξεκάθαρα επιτυχημένες. Ακόμη και η επιλογή του μικρού αγοριού που υποδύθηκε τον Jean-Louis, βοήθησε ώστε αυτός να προσδιορίσει σωστά τη ζωντάνια ενός παιδιού, το οποίο δεν παίρνει στα σοβαρά τους μεγάλους, όταν εκείνοι προσπαθούν να παριστάνουν τους ενηλίκους. Οι ενδυματολογικές επιλογές της κυρίας Lambert τραβούν την προσοχή. Αν και κανονικά ό,τι και να φορούσε η Audrey Hepburn (λόγου χάριν τις πυτζάμες της στην ταινία), πάλι θα παρέμενε μια κυρία με απαράμιλλη ομορφιά και μεθυστική παρουσία… Οφείλουμε να δώσουμε συγχαρητήρια στον σχεδιαστή των φορεμάτων της, Hubert de Givenchy. Πρώτον, γιατί την μετέτρεψε σε ονειρική πρωταγωνίστρια και δεύτερον, γιατί τα φορέματα που σχεδίασε, θα μπορούσαν να είναι πραγματικά και όχι να ευδοκιμούν ενδυματολογικά, μόνο σε ένα κινηματογραφικό πλατό.

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη μουσική έγραψε ο Herbert Mancini. Το instrumental θέμα των τίτλων της αρχής επικεντρώνει το ενδιαφέρον των θεατών. Στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης όταν οι καλεσμένοι συμμετέχουν στο παράξενο παιχνίδι με το πορτοκάλι, η μελωδία δημιουργεί μια εξωτική ατμόσφαιρα, με τα κρουστά να κυριαρχούν δίνοντας ιδιαίτερο ρυθμό. Ο Peter και η Regina θα εκδηλώσουν την έλξη τους, με τη μουσική να αποδυναμώνεται στιγμιαία στα δικά τους μυαλά. Η κυρία Lambert όταν αρχίσει να χάνει την εμπιστοσύνη της προς τον Peter, θα αποκτήσει κάποιες εκφράσεις αγωνίας, συνοδευόμενες από σύντομες, σε γρήγορο ρυθμό, κοφτές φράσεις του πιάνο.

Στο ξεκίνημα της ταινίας τα κελαηδίσματα των πουλιών δίνουν την εντύπωση πως όλα είναι ήσυχα, όμως το σφύριγμα του τρένου προλογίζει το φόνο του Charles Lambert. Το ποταμόπλοιο που διασχίζει τον ποταμό Σηκουάνα περνά κάτω από γέφυρες και ενώ συζητούν οι δύο πρωταγωνιστές, η φωνή του Peter  ξαφνικά κάνει ηχώ, βοηθώντας να γίνει πιο πειστικό το σκηνικό. Οι κραυγές φόβου της πανέμορφης Αμερικάνας, δίνουν τη σκυτάλη στην αποκάλυψη των εξελίξεων. Το φτέρνισμα του Gideon ακούγεται ακόμη και όταν δεν τον βλέπουμε, μαρτυρώντας μια πιθανή έκβαση της υπόθεσης. Ο γάντζος του μονόχειρα Scobie μονοπωλεί το ενδιαφέρον, όταν αστοχεί δύο φορές στο έργο.

ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΝΑ ΑΦΕΘΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ.

Ο ERETIKOS κριτικός  Γιάννης Κρουσίνσκυ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ