Eretiki κριτική για την ταινία BARBARA

ΣΕΝΑΡΙΟ για τη BARBARA: Η Brigitte είναι μια τολμηρή ηθοποιός, η οποία έχει αναλάβει να ενσαρκώσει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Θα υποδυθεί τη διάσημη, ερωτική, απρόβλεπτα γοητευτική και ιδιοτελώς ερωτευμένη με την ίδια τη ζωή, ταλαντούχα μουσικό, Barbara κατά τις αρχές του 1970. Η Brigitte είναι μερικά χρόνια πιο νέα από την αληθινή τότε τραγουδίστρια και πιανίστα, όμως η δεύτερη δείχνει να υπήρξε μια διαχρονική καλλιτέχνιδα, που απορροφά τις εμπειρίες στη ζωή ως ελιξήριο μιας ιδέας που προσφέρει νιότη, μέσα από τη μορφή της ακόρεστης ζωντάνιας, σε μια ανήσυχη αύρα, περιβαλλομένη από ένα πέπλο εκλεκτικής φινέτσας. Μολαταύτα, η ηθοποιός πραγματοποιεί αμέσως μια νοητική συνάντηση με την περσόνα της ντίβας, με αποτέλεσμα το είδωλο της Barbara, καθρεπτιζόμενο στο εγώ της Brigitte, να κάνει μια ιερή συμμαχία αναπόφευκτης ταύτισης. Επιπλέον η ταλαντούχα καλλιτέχνιδα της υποκριτικής, είναι ικανή να τραγουδήσει και να παίξει πιάνο, προσεγγίζοντας το επιτρεπόμενο επίπεδο δεξιοτεχνίας και φωνητικής τεχνικής, ώστε να συμμετέχει στην ηχογράφηση των μουσικών εκφράσεων της ηρωίδας του έργου.

 

Ο σκηνοθέτης Yves της ταινίας, έχει αφιερώσει όλη την ενέργεια της σκέψης  του στην όσο το δυνατόν πιο πιστή απεικόνιση, της αναπαραστατημένης ζωής της εκκεντρικής μουσικού. Το πάθος για το καλλιτεχνικό του εγχείρημα, θα αντικατασταθεί από εκείνο για την πρωταγωνίστριά του, κάνοντάς τον να θεωρήσει αρχικά, πως εκείνη εκπέμπει γοητεία και εκτός κινηματογραφικών γυρισμάτων. Όμως, κατά τη διάρκεια της κάθε καταγεγραμμένα επιτυχημένης σκηνής, που o δημιουργικός Yves ετοιμάζει, η νεανική δίψα του έρωτά του φαίνεται να αναγνωρίζει ως ύδωρ, μόνο την ενσαρκωμένη ψυχή της αληθινής Barbara. Η Brigitte, εκμεταλλεύεται την ερμηνευτική κυοφορία της διαχυτικής γοητείας της μουσικού, αξιοποιώντας την ακόμη και στην προσωπική της ζωή.  Τόσο για τον Yves, όσο και για την εμπνευσμένη ηθοποιό, η προσωπικότητα της Barbara θα αποδειχτεί κάτι πολύ περισσότερο από την παρακολούθηση προϋπαρχόντων ντοκιμαντέρ της, που οι δυο τους είδαν προκειμένου να την κατανοήσουν.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Το μαύρο φόντο του έργου διακοσμείται με τα ροζ κεφαλαία φωτεινά γράμματα, του ονόματος της BARBARA (σχεδιαστής τίτλου Olivier Marquezy) και έπειτα των συντελεστών. Θα μεταφερθούμε στο απόλυτο σκοτάδι, μα θα μας καθοδηγήσει μέσω αφήγησης η φωνή μιας γυναίκας, όπως και κάποιον άνθρωπο που δεν ακούμε να της απαντά, ενώ εκείνη συνεχίζει να του εξηγεί την ιδέα της για το ξεκίνημα της γραφής ενός τραγουδιού. Του λέει, ότι η μελωδία σκιαγραφείται στο μυαλό της σαν αργή προσευχή. Έπειτα εξωτερικεύει αυτή την ιδέα, μέσα από τις φωνητικές της χορδές. Τελικά, βλέπουμε μια κυρία σε ένα μεγάλο, αχανή χώρο, να δοκιμάζει κάποιες νότες στο πιάνο και δίπλα της να βρίσκεται μια άλλη γυναίκα. Μεταφερόμαστε σε ένα διαμέρισμα, το οποίο προτάθηκε στην κυρία που έπαιζε πιάνο. Εκείνη θα κάνει μια βόλτα με το αμάξι, έχοντας σοφέρ, ζητώντας του όμως να σταματήσει μετά από λίγο, επειδή η ίδια ήθελε να περπατήσει από αυτό το σημείο και έπειτα. Σε μια άλλη κατοικία, θα εμφανιστεί ξαφνικά μια κλακέτα και αυτομάτως η ίδια φινετσάτη κυρία με διαφορετική ενδυμασία, πραγματοποιεί μια τηλεφωνική κλήση, με μια συσκευή φέρουσα μακρύ, σπειροειδές καλώδιο. Η μεγάλη, τετράγωνη, ασπρόμαυρη τηλεόρασή της, είναι σε λειτουργία.

 

Όμως, η γυναίκα εστιάζει στην προσπάθεια καταγραφής κάποιων μουσικών ιδεών της στο πιάνο, χρησιμοποιώντας ένα μηχάνημα ηχογράφησης, το οποίο επίσης μαρτυρά εξαιτίας της χρήσης του, ότι αναβιώνουμε τη δεκαετία του 1970. Αφού κάνει κάποιες φωνητικές ασκήσεις, ξεκινά να ηχογραφεί. Σταματά. Και συγκεντρωμένη μέσα σε κλίμα γαλήνης, ψιθυρίζοντας τη φράση «je ne sais pas», έχει βρει τους κατάλληλους, σκόπιμα αντιποιητικούς στίχους, που αναλογούν σε κάποιο μουσικό μέτρο. Έπειτα, η κυρία που βρισκόταν κοντά της στην αρχή του έργου, την επισκέπτεται καθώς είναι η μητέρα της, όμως η μουσικός κρατώντας μια ψυχρή, επαγγελματική απόσταση μαζί της, τής λέει σε ήρεμο τόνο, ότι θέλει να μείνει μόνη. Ξαφνικά επανέρχεται η κλακέτα και ξεπροβάλλει ένα κινηματογραφικό συνεργείο. Οι δύο γυναίκες δεν έχουν συγγένεια. Eίναι ηθοποιοί. Εκείνη που υποδύεται την κόρη Barbara, είναι η Brigitte. Ο σκηνοθέτης Yves, είναι ευχαριστημένος από την απόδοση της σκηνής.

 

Ο Yves, κατευθύνει αληθινούς μουσικούς, που κλήθηκαν να συμμετάσχουν (κυρίως για πρακτικούς λόγους) στην ταινία και την πρωταγωνίστρια, δίνοντάς τους πρώτα τη δυνατότητα να κάνουν κάποιες πρόβες αναπαράστασης μέσα στο πλατό, πριν την καταγραφή των σκηνών, προσθέτοντας μικρές, δικές του αυθόρμητες βελτιώσεις, των κινήσεων της Brigitte. Ξεχωρίζει ο ακορντεονίστας μουσικός που υποδύεται το Roland Romanelli, αληθινό μουσικό συνεργάτη της Barbara στα 70’s. Έπειτα, ο επιμελής σκηνοθέτης θα ανακαλύψει τον αληθινό πιανίστα της Barbara, Jacques Tournier και θα συζητήσει μαζί του, για την ιδιοσυγκρασία της μεγάλης τραγουδίστριας. Η αφήγηση του ηλικιωμένου πλέον Tournier, για τη σχέση της Γαλλίδας με τη μουσική και τους ανθρώπους που εκτιμούσαν τα τραγούδια της, περιγράφεται παραστατικά με τον ίδιο να καλύπτει με τα χέρια τα μάτια του, ενώ ενθυμούμενος εξιστορεί γεγονότα συγκεκριμένων, ζωντανών τους εμφανίσεων. Ταυτόχρονα βλέπουμε την τραγουδίστρια να ξαναπερνά με τόλμη την αυλαία, για το αναπόφευκτα επιθυμητό encore, με το κοινό να χειροκροτεί χαμογελώντας.

 

Βρισκόμαστε στο διαμέρισμα της Brigitte. Εκείνη παρακολουθεί αποσπάσματα από αληθινό οπτικοακουστικό υλικό της διάσημης τραγουδίστριας, μελετώντας προσεκτικά τις ακριβείς κινήσεις και εκφράσεις της Barbara, ώστε να εισχωρήσει περισσότερο στην ψυχοσύνθεσή της. Έπειτα σε ένα άλλο απόσπασμα καταγράφεται η μουσικός, μέσα από ένα αποχρωματισμένο video, να τραγουδά μέσα σε ένα αμάξι τη μελωδία του γνωστού βασικού θέματος της ταινίας -Ο Νονός-. Στο αμάξι δίνοντας συνέντευξη καθ’ οδόν, κάνει σχέδια για κάποια τουρνέ με μουσικούς και μη, συνεργάτες της. Μόλις εγκατασταθούν στο χώρο της συναυλίας, διακρίνεται ο αληθινός Roland και οι συνεργάτες που φροντίζουν άλλες λεπτομέρειες για εκείνη, όπως ο Tony και η νεαρή βοηθός της, Marie. Έτσι για πρώτη φορά, ερχόμαστε σε επαφή με τον χαρακτήρα της πραγματικής Barbara. Φαίνεται κυκλοθυμική και υπερβολική με τον Tony (υστερικά παράπονα για ρούχα) και τη Marie (αναίτιες υποδείξεις για τα χάπια που της έφερε), ενώ χειριστική με το Roland (σεβόμενη τη μουσική τους συνεργασία).

 

Από αυτό το σημείο και έπειτα, λίγες θα είναι οι φορές όπου θα ξεχωρίζει η υποκριτική της Brigitte από την αληθινή οντότητα της Barbara. Ο συνδετικός κρίκος θα είναι κυρίως ο σκηνοθέτης Yves, που έχει γοητευτεί και τελικά ερωτευτεί την ενσάρκωση της Barbara σε άλλη ψυχή. Η παρουσία του ίδιου είναι αυτή που θα κάνει ξεκάθαρο στους θεατές, τι είναι πραγματικό και τι αποτελεί κινηματογραφικό γύρισμα. Όμως, ακόμη και όταν εμφανώς η Brigitte ζει την προσωπική της ζωή, πλέον φέρει μαζί της την ενδυμασία, αύρα,  αυτοπεποίθηση και τόλμη της μοιραίας αοιδού. Τα ίδια φωτεινά γράμματα αποχαιρετούν πονηρά τους θεατές.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: JEANNE BALIBAR: Έχοντας διπλό ρόλο ως Brigitte και σαν Barbara, μέσα από την ενσάρκωση που πραγματοποιεί η ηθοποιός Brigitte.

 

Είναι προφανές ότι συμμετείχε σε ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο. Η Jeanne Balibar πέρα από τις θεατρικές σπουδές της και τις πολλές συμμετοχές στη μεγάλη οθόνη, ξεκίνησε επιπλέον το 2003 να τραγουδά. Κάνοντας μάλιστα και ένα δίσκο με τίτλο «Paramour». Αυτό φυσικά τη βοήθησε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι εύκολο κάτι τέτοιο. Εξάλλου τα τραγούδια της πραγματικής Monique Andree Serf, κατά κόσμον -Barbara-, έχουν έναν ιδιαίτερο συναισθηματισμό, μιας ήρεμης δυναμικής, αναγκάζοντας τις εκάστοτε τραγουδίστριες, να βιώσουν τα τραγούδια.

 

Έτσι λοιπόν, η κυρία Balibar τραγουδούσε υποδυόμενη την Βrigitte, η οποία έκανε πρόβες, ενσαρκώνοντας την Barbara στην ταινία του σκηνοθέτη Yves Zand. Με εξαίρεση τα τραγούδια Chapeau bas, Amours incestueuses, Je ne sais pas dire και Gottigen, στα οποία ακούστηκε η φωνή της αληθινής Barbara, όπως και σε ό,τι προβλήθηκε (συνομιλίες κ.τ.λ.) στην ταινία από τα ντοκιμαντέρ της, όλα τα άλλα τα ερμήνευσε και πρόβαρε η ηθοποιός.

 

Στο ρόλο της Βrigitte: Ο αληθινός της χαρακτήρας (του ρόλου) επισκιάζεται φυσικά λόγω της αφοσιωμένης ερμηνείας που της ανατέθηκε να υποδυθεί. Ωστόσο, η Brigitte μόλις λέει στον σοφέρ πως θέλει να κατέβει από το αμάξι έχει μια δική της αυτοκυριαρχία. Σημαντική είναι η δυσαρέσκεια της έκφρασής της, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Yves είναι ερωτευμένος με την περσόνα που αυτή υποδύεται και αμέσως αφαιρεί το μακιγιάζ, που διαμόρφωνε τα αλλιώτικα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Επίσης η ίδια αυτοβούλως, ακούγοντας το τραγούδι της Barbara  Amours incestueuses, αποφασίζει να φύγει με ένα νεαρό μετά το τέλος ενός γυρίσματος. Ακόμα, προσωπική της επιλογή, αποτελεί το τραγούδι που εκείνη σε ένα bistro ερμηνεύει στο πιάνο όταν είναι μαζί του, λαμβάνοντας υπόψιν πως τα περισσότερα της Barbara μιλούν για αγάπη, ενώ το συγκεκριμένο για θάνατο. Επομένως, έχει δοθεί μια συγκεκριμένη ταυτότητα από την Jeanne Balibar για την Brigitte.

 

Στο ρόλο της Barbara: Ένας λόγος για τον οποίο οι θεατές θα αναρωτηθούν, αν εκτός των συνομιλιών από τα αρχεία των ντοκιμαντέρ, υπάρχει και επιπλέον οπτικοακουστικό υλικό της διάσημης τραγουδίστριας, είναι η εξαιρετική ερμηνεία της κυρίας Balibar. Θα εκπληρώσει μια διπλή υποκριτική πρόκληση. Η υποκριτική της θα περάσει από τον χαρακτήρα της ηθοποιού Brigitte, στην ψυχή της Barbara. Η κυκλοθυμική συμπεριφορά απέναντι στους στενούς της συνεργάτες, εκφράζει μια εσωστρεφή πτυχή της τραγουδίστριας. Στις ιδιωτικές στιγμές προσπαθεί να εντυπωσιάσει το εφήμερο ταίρι της με λόγια που ανήκουν στην Barbara («Αυτά τα τραγούδια είναι σαν το δάκρυ. Τα κερδίζεις»). Όταν αναγνωρίζει το πιάνο ως αληθινό συνοδοιπόρο της, κάνοντάς του διάφορες ρομαντικές προσφωνήσεις, με τελευταία μια ασυνήθιστη, τρυφερή αντίθεση (αποκαλώντας τo: «Bάτραχέ μου»), μεταφέρει στους θεατές την ανάγνωση της ψυχικής της λύτρωσης. Αμέσως μετά, το χαμόγελό της είτε ενυπάρχει στην απόλυτη σκίαση, είτε στην φωτεινότητα της αυτοπραγμάτωσής της, έχει την ίδια δύναμη. Αγκαλιάζοντας ένα δέντρο δείχνει πως έχει κάνει ειρήνη με τον εαυτό της, αλλά και με τον κόσμο που η ίδια έγινε μέρος του, στη διάρκεια της ζωής της.

 

MATHIEU AMALRIC: Στο ρόλο του ρομαντικού σκηνοθέτη Yves Zand: Εκφράζει πολύ σωστά την ανησυχία για τις λεπτομέρειες της ταινίας του, όταν κατευθύνει την Brigitte, δίνοντας ιδέες για την κινησιολογία της στις πρόβες. Οι πρώτες στιγμές που βιώνει ένα έντονο συναίσθημα, ενώ δεν έχει καταλάβει για ποια ακριβώς το αισθάνεται, είναι χαρακτηριστικές. Όμως τις υπερκαλύπτει το σημείο της δικής του εισχώρησης, μέσα στην ταινία την οποία δημιουργεί, κατά τη σκηνή της υπογραφής αυτογράφων των θαυμαστών της Barbara, ζητώντας της ένα για τον εαυτό του, έχοντας ένα γαλήνιο ύφος ολοκλήρωσης, παιδιού που εισήλθε στην εφηβεία και ερωτεύτηκε μια μεγαλύτερη γυναίκα. Αργότερα, αισθάνεται ντροπή, όταν πηγαίνει στο σπίτι της Brigitte και κατανοεί πως δεν εφάπτεται το πάθος του σε εκείνη, μα στον ρόλο που υποδυόταν. Στην ταινία -Venus in fur- έχει ενσαρκώσει ένα παρόμοιο ρόλο, αναφερόμενο βέβαια σε θεατρικό σκηνοθέτη. Όμως, η βασική διαφορά είναι ότι σε εκείνο το έργο δεν τον ένοιαζε ποια είχε ερωτευτεί, επειδή πρωταγωνίστρια και ρόλος είχαν γίνει ολοκληρωτικά ένα και ανταποκρίνονταν (τυραννικά μεν) στο φλερτ του. Ενώ εδώ συνέβη μόνο στη φαντασία του.

 

PIERRE MICHON: Στο ρόλο του ηλικιωμένου Jacques Tournier: Πάρα πολύ καλός κατά την αφήγηση για τις μουσικές περιοδείες της Barbara. Εκφραστικός, στη σκηνή που προσέφερε κρουστά μουσικά όργανα στην Brigitte, που μοιάζει να έχει κρατήσει στην καρδιά της ένα κομμάτι της μουσικού.

 

FANNY IMBER: Υποδυόμενη τη βοηθό Marie Chaix, της διάσημης μουσικού: Η φθίνουσα υπομονή της Marie, κατά την παράξενη συμπεριφορά της Barbara μόλις σκορπίζει τα χάπια της και η θλιμμένη αγανάκτηση της βοηθού, όταν καθαρίζει το κοτόπουλο της τραγουδίστριας με τα χέρια της, για να απολαύσει η δεύτερη το γεύμα της, αποδεικνύουν την πολύ καλή απόδοση της ηθοποιού.

 

AURORE CLEMENT: Ως ηθοποιός που υποδύεται τη μητέρα της Barbara: Στο ρόλο της ηθοποιού, έδειξε πως αποτελεί κομμάτι των γυρισμάτων και διαφέρει από την προσωπικότητα που υποδύεται. Πολύ καλή απόδοση μιας μητέρας, που αδυνατεί να επικοινωνήσει δια λόγου με το παιδί της, μα τα καταφέρνει αρκετά καλά, χρησιμοποιώντας στοργικά χάδια.

 

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο συνυπογράφουν οι Mathieu Amalric και Philippe di Folco. Με την αρχική σύλληψη ιδέας να αναλογεί στους Renaud Legrand και Pierre Leon. Το ένα σκέλος αφορά την ιδιοσυγκρασία της μορφής της αληθινής τραγουδίστριας Barbara. Το δεύτερο εμπλέκει τους κύριους χαρακτήρες του έργου, ηθοποιό και σκηνοθέτη. Συνδετικός κρίκος είναι το στοιχείο της δυαδικότητας. Η δυαδικότητα, δεδομένου ότι η Brigitte έφερε κοινά και διαφορετικά στοιχεία με την Barbara, με συνέπεια να ταυτιστεί μαζί της, λειτουργεί στο νου της ηθοποιού σαν οι δυό τους να ήταν κοινά ημισφαίρια εγκεφάλου. Ο Yves αντίστοιχα, λειτουργεί μεν ως επαγγελματίας σκηνοθέτης, αλλά ως λάτρης της μοιραίας μουσικού δε, αποκλίνει από τον επαγγελματισμό του. Η δυαδικότητα όμως εκτός από έναν άνθρωπο είναι δυνατόν να αφορά και ένα σκοπό της διανόησης. Φερειπείν, τη δημιουργία ενός κινηματογραφικού έργου. Η ιστορία στην ουσία περιγράφει δύο χαρακτήρες, που κινούνται αρχικά παράλληλα μα τελικά αντίθετα, εξαιτίας του ίδιου λόγου και ξεκινώντας από έναν κοινό σκοπό. Ο λόγος για τους Brigitte και Yves. Κοινός σκοπός είναι φυσικά η δημιουργία της ταινίας που συμμετέχουν. Ως ίδιος λόγος αποδεικνύεται η από κοινού γοητεία των δύο καλλιτεχνών, για τη βέλτιστη προσέγγιση της πραγματικής περσόνας της Barbara, ξεκινώντας από την ίδια αφετηρία (συμμετοχή και των δύο στην ταινία), μα διανύοντας και ολοκληρώνοντας διαφορετική διαδρομή έκαστος (ο Yves ερωτεύεται την προσωπικότητα της Barbara, ενώ η Brigitte λατρεύει την ιδέα της διαβίωσης των ονείρων της με άλλους ανθρώπους, μέσα από τα μάτια της αύρας της Barbara). Για αυτό το λόγο το σενάριο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Mathieu Amalric. Σίγουρα η οπτική του γωνία  γέννησε μια διαχυτική, αρκετά χυμώδη και αποκαλυπτικά ειλικρινή Barbara. Το ιδιαίτερο ντύσιμό της, η απρόβλεπτη κυκλοθυμία της, που η ίδια τη βιώνει ως φυσικό φαινόμενο, το ερωτικά δεσμευτικό πάθος της με τη μουσική και τους στίχους και η τρυφερά γονεϊκή σχέση της με το κοινό, περιγράφουν την προσωπικότητά της. Η σκηνή όπου η Γαλλίδα κάθεται στο πιάνο και μέσα από το σκοτάδι ταξιδεύει και πορεύεται σε μια αέναη φωτεινότητα, με πιο ισχυρή ηλιαχτίδα από όλες το ίδιο της το χαμόγελο, είναι πραγματικά ποιητική, χωρίς βερμπαλισμούς. Η γοητεία σε αυτή τη σκηνοθεσία, είναι η διακριτική ανάμιξη  της ηθοποιού με την πραγματική μουσικό. Είναι κάτι το οποίο δεν συμβαίνει με τρόπο που θα αποδεικνυόταν ανάρμοστος, στο συγκεκριμένο έργο, έχοντας κεφάλαια ή ονοματολογία. Παρατηρείται, σαν μια σιωπηλή χορογραφία στο σκοτάδι μαζί με μουσική, η οποία διακρίνεται επανερχόμενη σιγά σιγά σε διάφορα διαστήματα.

 

Το κομμάτι των ερμηνειών από τους Mathieu Amalric είναι Jeanne Balibar είναι αψεγάδιαστο.

 

Συνεπώς επιτυχής η απόδοση σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING/ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ/ΜΑΚΙΓΙΑΖ: Το έργο χωρίς την Jeanne Balibar, θα έχανε την υποκριτική αναπαράσταση των εύστοχων ιδεών του Mathieu Amalric. Ήταν πολύ καλή η επιλογή του ακορντεονίστα Vincent Peirani, που υποδύθηκε τον Roland Romanelli (αν και ο V. Peirani ήταν αρκετά πιο ψηλός), αληθινό μουσικό συνεργάτη της Barbara. Κυρίως για το μουσικό μέρος του έργου. Για τους υπεύθυνους του τμήματος, Stephane Batut και Franzo Curcio μπορούμε να πούμε μπράβο, επειδή πίστεψαν στην εκλογή της Fanny Imber (υποδύθηκε τη βοηθό Marie) η οποία είχε συμμετοχές σε πιο μακρινούς ρόλους, ενώ εδώ αν και δεν είναι πρωταγωνιστικός ο χαρακτήρας της, εξαιτίας του σεναρίου μα και της ερμηνείας της (κυρίως με την κίνηση του σώματος και τις εκφράσεις του προσώπου), αποτυπώνεται στη μνήμη των θεατών.

 

Οι ενδυμασίες της Jeanne Balibar, μαύρες, διακριτικές, μα και έντονα αισθησιακά αποκαλυπτικές ή εκκεντρικές όπως η ανοιχτόχρωμη γούνα της, περιγράφουν την Barbara, όταν η Brigitte έχει γίνει ενιαία ύπαρξη μαζί της. Ως Βrigitte, πριν την ταύτιση με το ρόλο φέρει μια ευχάριστη και μοντέρνα ενδυματολογική κομψότητα.

 

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη δουλειά των Alma Bialas, Guillaine Duclos, και Alexis Kinebanyan για το μακιγιάζ, τα χτενίσματα και τα ειδικά εφέ μακιγιάζ αντίστοιχα, που ενίσχυαν την υποκριτική της Jeanne Balibar. Ιδιαίτερη, είναι η σκηνή όπου η Brigitte ως Barbara μοιράζει αυτόγραφα, έχοντας κατάλευκο πρόσωπο και φορώντας μαύρα γυαλιά, με απλά αλλά διαφορετικά χτενισμένα μαλλιά. Τελειώνοντας τη λήψη αφαιρεί τα ψεύτικα χαρακτηριστικά από το πρόσωπό της, τα οποία έδιναν κάποια εντύπωση, γυναίκας μιας μεγαλύτερης ηλικίας. Η επιτυχία της σκηνής εκτός από την ερμηνεία και τη σκηνοθεσία, οφείλεται και σε αυτή την ομάδα. Γενικά, αποδεικνύεται πολύτιμη η συνδρομή τους σε όλο το έργο.    

 

ΜΟΥΣΙΚΗ/ ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη διαλογή μουσικών τραγουδιών έκανε η πολύπειρη, υπεύθυνη του τμήματος, Elise Luguern. Η Barbara τραγουδώντας στο πιάνο κεντρίζει το ενδιαφέρον, ειδικά με το «amours incestueuses». Το τραγούδι που παίζει στο bistro η Brigitte, ξεχωρίζει λόγω θεματικής. Επίσης η συνεργασία της με τους υπόλοιπους μουσικούς (ακορντεόν, κοντραμπάσο). Ευχάριστη έκπληξη συναισθηματικής αποφόρτισης αποτελεί το τραγούδι, στο οποίο η Brigitte παρατηρεί κάποιους μουσικούς με άλλο τραγουδιστή, έξω από το τζάμι.

 

Η αφήγηση της Jeanne Balibar στο ξεκίνημα ακούγεται επιβλητική, ενώ του Pierre Michon (Jacques Tournier) εμπνευσμένη.

 

ΣΑΣ ΠΡΟΤΡΕΠΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΤΕ ΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΔΑΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥ, ΠΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΕΚΤΑΚΤΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ.

 

Ο ERETIKOS κριτικός  ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΟΥΣΙΝΣΚΥ   

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ