Ο «μαφιόζικος» καπιταλισμός του ποδοσφαίρου

Ο Δραγασάκης και η καθημερινότητα

Η ανάλυση με τίτλο ο «μαφιόζικος» καπιταλισμός του ποδοσφαίρου μπορεί να έχει κλείσει 15ετία (δημοσιεύτηκε στις 9 Μαρτίου 2003), αλλά παραμένει πάντα πολύ καίρια και επίκαιρη.

Ο Γιάννης Δραγασάκης -είναι ο συγγραφέας της ανάλυσης- τέμνει και αναλύει με οξυδέρκεια την κοινωνική, οικονομική και πολιτική διάσταση του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η ανάγνωσή της και τα φαινόμενα τύπου φαρ-ουέστ στην Τούμπα αποκαλύπτουν πως όχι μόνο τίποτα δεν άλλαξε στο ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά το φαινόμενο έχει επιδεινωθεί.

«Ο όρος «γκρίζος καπιταλισμός» χρησιμοποιείται στη διεθνή φιλολογία με πολλές έννοιες. Συνήθως, αναφέρεται σε τομείς της οικονομίας στους οποίους η θεμελιώδης σχέση κεφαλαίου – εργασίας είναι θολή, συγκαλυμμένη. Άλλοτε πάλι, χρησιμοποιείται για να περιγράψει καταστάσεις «νόθας κοινωνικοποίησης» όπου μια κοινωνική ιδιοκτησία μέσα από περίπλοκες σχέσεις περιέρχεται υπό ιδιωτικό έλεγχο.

Τον γκρίζο καπιταλισμό μπορούμε, όμως, να τον κατανοήσουμε και με ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα τομέα όπου το οικονομικό έγκλημα (κατά των φορολογικών αρχών ή του ευρύτερου νομικού πλαισίου) και η πολιτική διαπλοκή που το καλύπτει, δεν συνιστούν περιστασιακές παραβάσεις, αλλά συστηματικό τρόπο οργάνωσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Το οικονομικό έγκλημα, δηλαδή, και η πολιτική προστασία του, συνιστούν όρο ύπαρξης του γκρίζου καπιταλισμού, ενώ η αδιαφάνεια είναι χαρακτηριστικό του.

Μ’ αυτό το δεύτερο περιεχόμενο του, ο γκρίζος καπιταλισμός, όχι πάντα, αλλά και όχι σπάνια, λειτουργεί ως προγεφύρωμα ή ως κάλυμμα για τον μαφιόζικο καπιταλισμό. Αυτόν, δηλαδή, όπου όχι μόνο το οικονομικό, αλλά ακόμη και το κοινό έγκλημα, γίνονται μέσα συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η οικονομία του Ελληνικού ποδοσφαίρου αποτελεί μια τυπική, αν και όχι μοναδική, περίπτωση γκρίζου καπιταλισμού. Οπως θα δούμε, λειτουργεί ως μια διαρκής παρανομία.

Πράγματι, με αφορμή τις καταγγελίες του ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ κου Νικολαίδη, προ καιρού, και τους ελέγχους που ακολούθησαν, αποκαλύφθηκε ότι στην ομάδα αυτή, την ΑΕΚ, κυβερνούσε ο νόμος της ζούγκλας και η ανομία ήταν καθεστώς.  Γρήγορα, όμως, φάνηκε πως η κατάσταση αυτή δεν αποτελούσε εξαίρεση αλλά είναι χαρακτηριστική για το σύνολο του ποδοσφαίρου.

«ΝΟΝΟΙ» ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ

Η Κυβέρνηση, για να συγκαλύψει δικές της ευθύνες, καταγγέλλει ως υπεύθυνους τους «νονούς» του ποδοσφαίρου, όπως τους αποκαλεί.

«Νονός» σύμφωνα με τα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας σημαίνει «αρχηγός ομάδας του υποκόσμου», ή «προστάτης μαφίας».  Κάνει εντύπωση που κανένας από τους παράγοντες του ποδοσφαίρου δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς.

Αλλά το θέμα μας εδώ δεν είναι οι παράγοντες του ποδοσφαίρου ή οι πρακτικές τους. Το πολιτικό ερώτημα είναι: ποιος εξέθρεψε, ποιος ανέχεται, και τελικά ποιος προστατεύει αυτό το καθεστώς της ανομίας;  Η κυβέρνηση παριστάνει ότι δεν γνώριζε την κατάσταση.  Όμως, η κατάσταση του ποδοσφαίρου είναι γνωστή. Περιγράφεται εν πολλοίς στους ισολογισμούς των ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων και στα πιστοποιητικά των ορκωτών ελεγκτών που τους συνοδεύουν, και επισημαίνουν πλήθος σκοτεινών σημείων που θα έπρεπε να ερευνηθούν.

Σύμφωνα, με τους ισολογισμούς της τελευταίας οικονομικής χρήσης:

1. Όλες οι ποδοσφαιρικές επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες.  Οι συσσωρευμένες ζημιές των 16 ΠΑΕ της Α΄ Εθνικής ανέρχονται στα 220 εκατομ. Ευρώ (Ελευθεροτυπία 2/2/2003).  Πώς, λοιπόν, λειτουργούν;  Από πού προέρχονται τα δισεκατομμύρια των ακριβοπληρωμένων ποδοσφαιριστών;  Πώς συντηρούνται οι στρατοί των παρατρεχάμενων;

2. Στις περισσότερες ΠΑΕ το μετοχικό τους κεφάλαιο έχει αναλωθεί, δηλαδή, λειτουργούν χωρίς ίδια κεφάλαια, αφού τα τελευταία είναι αρνητικά.  Για παράδειγμα η ΑΕΚ, με μετοχικό κεφάλαιο 19 εκατ. Ευρώ έχει συσσωρευμένες ζημιές 62 εκατ. Ευρώ.  Ο Ολυμπιακός με μετοχικό κεφάλαιο 35 εκατ. Ευρώ έχει συσσωρευμένες ζημίες 35 εκατ. Ευρώ.  Ο ΑΡΗΣ με μετοχικό κεφάλαιο 23 εκατ. Ευρώ έχει ζημιές 33 εκατ. Ευρώ, κ.ο.κ.

Στοιχειωδώς νοικοκυρεμένο ισολογισμό έχει μόνο η SKODA ΞΑΝΘΗΣ, ο δε ΠΑΟ έχει υψηλές ζημιές οι οποίες, όμως, δεν υπερβαίνουν το μετοχικό κεφάλαιο.

τι μπορούσε και τι έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού;

Η Κυβέρνηση διαθέτει πολλούς μηχανισμούς παρέμβασης.  Οι πιο σημαντικοί είναι δύο:

Ο πρώτος είναι η εφαρμογή του Νόμου περί ανωνύμων εταιρειών, του 2190/1920.  Το Άρθρο 48 προβλέπει την άρση της άδειας λειτουργίας μιας επιχείρησης αν η τελευταία δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια.  Οι ορκωτοί ελεγκτές με τα πιστοποιητικά τους υπέδειξαν την ανάγκη εφαρμογής του ως άνω άρθρου σε 14 από τις 16 ΠΑΕ.  Η Κυβέρνηση, ωστόσο, δεν έκανε τίποτε. Ανέχθηκε την παρανομία.

Ο δεύτερος, είναι ο φορολογικός έλεγχος, και η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας.

Αλλά ως πρόσφατα υπήρχαν ΠΑΕ που είχαν να ελεγχθούν φορολογικά από την ίδρυσή τους.  Σε πολλές άλλες έχει να γίνει έλεγχος 5, 10 ή περισσότερα χρόνια.  Αυτό γίνεται για να συγκαλύπτονται φορολογικές και άλλες απάτες μέχρις ότου κάποιος νόμος θα προβλέπει το κλείσιμό τους με συνοπτικές και χαριστικές διαδικασίες.  Πρόκειται για ένα απλό αλλά αποτελεσματικό μηχανισμό «παραγωγής» μαύρου χρήματος με το οποίο αρκετοί παράγοντες χρηματοδοτούν τους μηχανισμούς τους.  Η ΑΕΚ π.χ. που είναι στην επικαιρότητα, έχει να ελεγχθεί φορολογικά από το 1992 και δεν είναι η μόνη. Ποιος λάδωσε, ποιος λαδώθηκε, ποιος εν πάση περιπτώσει και γιατί έκανε στραβά μάτια;

Να, λοιπόν, γιατί η κατάσταση του Ελληνικού ποδοσφαίρου επιβεβαιώνει, για μια ακόμη φορά, ότι, όπου υπάρχουν «νονοί» υπάρχουν και προστάτες τους.

ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ: Η «ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ»

Πώς θα ξεπεραστεί το οικονομικό αδιέξοδο των ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων;

Η ιστορία προειδοποιεί ότι αυτό γίνεται πάντα σε βάρος της κοινωνίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που συσσωρευμένα χρέη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μεταφέρονται στον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ στο υπαρκτό θέμα των γηπέδων και των αθλητικών εγκαταστάσεων θα αναζητηθούν οι «φτηνές», αλλά από την άποψη των επιπτώσεών τους οι πιο επώδυνες λύσεις όπως είναι, η ήδη συζητούμενη, επέκταση του γηπέδου της λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Ακόμη όμως και με τέτοιες κοινωνικά επώδυνες λύσεις το πρόβλημα θα παραμείνει. Και τούτο γιατί, οι ζημιογόνοι προϋπολογισμοί δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Η απαξίωση του θεάματος, η αναξιοπιστία του πρωταθλήματος, η βία, η αποχή των φιλάθλων, συνθέτουν μια κρίση γενικότερη του μοντέλου του κρατικού πατερναλισμού και του ασύδοτου παραγοντισμού, μια κρίση τελικά του αθλητικού θεάματος ως εμπόρευμα.

Ακριβώς γι’αυτό, παρατηρείται μια κινητικότητα ευρύτερη και την αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης μέσω και «εταιριών λαϊκής βάσης».

Σε μια πρώτη του εκδοχή το εγχείρημα αυτό μοιάζει με «καρικατούρα», εξυγίανσης, αφού, οι ίδιοι οι υπεύθυνοι της σημερινής κατάστασης, προσπαθούν να εμπλέξουν φορείς της. Αυτοδιοίκησης ή απευθύνονται στους «λαούς» των ομάδων και ζητούν την στήριξή τους για να μείνουν στη θέση τους. Η κυβέρνηση, από τη μια αναγνωρίζει ότι οι περισσότερες ΠΑΕ λειτουργούν παράνομα, απειλεί ότι ο νόμος θα εφαρμοστεί, από την άλλη όμως «κλείνει το μάτι» στους παράγοντες και τους υπόσχεται βοήθεια αν καταφέρουν να βρουν άλλοθι και προσχήματα, για να διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς.

Σε μια δεύτερη εκδοχή, ομάδες φιλάθλων, δημιουργούν διάφορα σχήματα και αναζητούν τρόπους παρέμβασης ή άσκησης πίεσης για να υπάρξει διαφάνεια και περιορισμός της ασυδοσίας. Οι προθέσεις είναι αγνές, αλλά τα αποτελέσματα αμφίβολα αν δεν σπάσουν οι διαμορφωμένες δομές.

Τέλος σε μια τρίτη εκδοχή, φίλαθλοι και παράγοντες θέτουν το ζήτημα μιας γενικότερης ανασυγκρότησης, και προβάλλουν ένα εναλλακτικό μοντέλο όπου οι ομάδες θα αποτελούν έκφραση των τοπικών κοινωνιών, οι οπαδοί τους θα είναι και μέτοχοι και οι οποίοι μέσα από μαζικές συνελεύσεις θα εκλέγουν τις διοικήσεις και θα τις ελέγχουν.

Για να αποκτήσουν, όμως, υπόσταση και δυνατότητα εφαρμογής τέτοιες αντιλήψεις θα πρέπει να υπάρξει μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής» του παλιού καθεστώτος και όχι μια ανακύκλωση των παλιών υλικών. Οι εταιρείες λαϊκής βάσης που πολλοί προτείνουν ως οργανωτική μορφή, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν όχι ως «εταιρείες μαϊμού» πλάι στις χρεοκοπημένες ΠΑΕ, ή ως ομάδες πίεσης προς αυτές, αλλά ως ο αντικαταστάτης τους, ως ο νέος και πραγματικός φορέας ιδιοκτησίας και ελέγχου, με ουσιαστικές θεσμικές θωρακίσεις που να διασφαλίσουν τη διαφάνεια της διαχείρισης και να κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των μελών τους.

Πέρα,  όμως, από τις όποιες θεσμικές ή τεχνικές ρυθμίσεις, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχουν τελικά πολιτικές δυνάμεις με τη βούληση να συγκρουστούν με το γκρίζο καπιταλισμό και τους δεσμούς της διαπλοκής, να εμπεδώσουν μια νέα αντίληψη που τουλάχιστον θα περιόριζε την εμπορευματική λειτουργία του ποδοσφαίρου και των άλλων αθλητικών θεαμάτων.

Θέλουμε πίσω τα απογεύματα της Κυριακής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ