O Μίκης απαντά στους επικριτές του για το συλλαλητήριο- «Ηλίθιοι ή αδίστακτοι οι εχθροί μου;»

Η απάντηση του Μίκη Θεοδωράκη στους επικριτές του. Με κείμενο-καταπέλτη, ο Μίκης Θεοδωράκης καταρρίπτει μία προς μία όλες τις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν εναντίον του ύστερα από τη συγκλονιστική του ομιλία την προηγούμενη Κυριακή στο αθηναϊκό συλλαλητήριο για τη Μακεδονία.

Ο Μίκης δίνει αποστομωτικές απαντήσεις: για τη συμμετοχή του στην ΕΟΝ επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, για τον εάν υπήρξε «δηλωσίας» στη Μακρόνησο, για τη «λύση Καραμανλή» που πρότεινε το 1974, για τη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη το 1990.

«Είναι τόσο ηλίθιοι ή τόσο αδίστακτοι και τρομοκρατημένοι οι εχθροί μου;» αναρωτιέται -ρητορικά – ο μεγάλος Μίκης.

Και, άφοβα, με όλη την περηφάνια για τη διαδρομή του στην τέχνη και την πολιτική, διατρανώνει απέναντι σε κάθε επίδοξο διαβολέα όσων λέει και όσων κάνει:

«Εγώ βγήκα νικητής. Και βρίσκομαι στην κορυφή του Ολύμπου όπου με έχει ανεβάσει η αγάπη του λαού!» σημειώνει.

Το κείμενο έχει ως εξής:

«Μου ζητάτε να απαντήσω σε άτομα που το λιγότερο που μπορώ να πω για αυτά είναι ότι βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση.

Σε μια ζωή με συνεχή δράση, πάντοτε στο προσκήνιο της εθνικής και κοινωνικής μας ζωής, χωρίς ποτέ να υπολογίσω αντιδράσεις που συχνά με οδηγούσαν στο χείλος του θανάτου, τι βρήκαν να μου προσάψουν οι σημερινοί μου συκοφάντες; 

  • 1. ‘Οτι υπήρξα μέλος της ΕΟΝ! Η ηλικία μου ήταν 11-13 ετών και η συμμετοχή σε αυτή την οργάνωση ήταν υποχρεωτική για όλους τους μαθητές της χώρας.
  •  2.’Οτι έκανα δήλωση στη Μακρόνησο μαζί με τους 100.000 μάρτυρες αγωνιστές που υπέκυψαν στα πρωτοφανή βασανιστήρια.

Εγώ, όμως, ήμουν από τους ελάχιστους που δεν υπέγραψαν και μάρτυς μου ο δολοφονηθείς αστυνόμος Μπάμπαλης που μου ζήτησε να υπογράψω στα 1964 επί πρωθυπουργίας Παπανδρέου!

Με πρωτοβουλία του Βασίλη Βασιλικού και του Θεόδωρου Πάγκαλου οργανώθηκε σε θέατρο της περιοχής Πατησίων ογκώδης συγκέντρωση διαμαρτυρίας.  

  • 3. Ότι είχα την ευθύνη και το θάρρος να αγνοήσω την πολιτική μου ιδιότητα και να προτείνω τη λύση Καραμανλή, δηλαδή τον πολιτικό μου αντίπαλο, θυσιάζοντας τον εαυτό μου για το καλό της πατρίδας μου.

Αν και η Ιστορία με δικαίωσε, εξακολουθούν ορισμένοι φανατικοί ανεγκέφαλοι να αναφέρονται στην πρωτοβουλία μου αυτή μόνο και μόνο γιατί έχουν ανάγκη να μου ρίξουν με κάθε θυσία τη λάσπη που έχει γίνει ένα με τον εαυτό τους.  

  • 4. Και τέλος ο Μητσοτάκης! Με κατηγορούν ότι συνεργάστηκα με τον Μητσοτάκη σαν να ήταν ένα προδότης, ενώ είχε ψηφιστεί από το 48% των Ελλήνων ψηφοφόρων.

Άλλωστε συνεργάστηκα μόνο εγώ; Γιατί δεν λένε λέξη για τον Φλωράκη και τον Κύρκο, το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ εκείνης της εποχής;

Τέλος γιατί παριστάνουν ότι δεν κατανοούν την ειρωνεία και τον σαρκασμό μου στην εισαγωγή της ομιλίας μου για να στηλιτεύσω την παρουσία της Χρυσής Αυγής και λοιπών ακροδεξιών στοιχείων (που τελικά εξαφανίστηκαν και πνίγηκαν μέσα στη λαοθάλασσα και ανασύρθηκαν την επόμενη στην επιφάνεια από τα κανάλια της ντροπής;).  

Είναι τόσο ηλίθιοι ή τόσο αδίστακτοι και τρομοκρατημένοι οι εχθροί μου ώστε να ισχυρίζονται ότι με τις φράσεις «Αδέλφια μου φασίστες, ναζιστές, τραμπούκοι, τρομοκράτες» δήλωσα μπροστά στο πανελλήνιο ότι είμαι… τραμπούκος και τρομοκράτης;  

Όσο για το «φασίστες» και «ναζιστές», είναι αλήθεια ότι με πλήγωσαν ανεπανόρθωτα στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, τότε που διαφέντευαν τη μοίρα μας.  

Όμως τελικά εγώ βγήκα νικητής, με τελευταία ηρωική πράξη, τη στιγμή που μπροστά σε ένα εκατομμύριο πατριώτες – δημοκράτες βρήκα την ευκαιρία να τους «φτύσω» μεγαλοπρεπώς, όπως έκανα σε όλη τη ζωή μου από τον καιρό που ξερνούσαν φωτιά και σίδερο μέχρι τώρα που βρίσκομαι στην κορυφή του Ολύμπου όπου με έχει ανεβάσει η αγάπη του λαού! Αυτά λοιπόν. Και με τις θερμές μου ευχαριστίες.» 

Στο συλλαλητήριο

«Το πνεύμα, ο νους ανθούν με τον Θαλή, τον Θουκυδίδη, τον Πρωταγόρα, τους τραγικούς, την τόλμη του Θεμιστοκλή και του Κολοκοτρώνη. Εγώ δεν ντρέπομαι όπως οι εθνομηδενιστές που μας κυβερνούν, να παραμείνω πιστός στις ιερές αξίες των προγόνων μας που μας δίδαξαν την αγάπη και τη θυσία για την πατρίδα. Μια πατρίδα που σέβεται και αγαπά όλες τις πατρίδες του κόσμου», έλεγε υψώνοντας ψηλά τη γροθιά του.

«’Οταν ο λαός και το έθνος δοκιμάζονται από βαθιές ιστορικές κρίσεις τότε ο εκπρόσωπος της κουλτούρας γίνεται μαχητής, γίνεται Φεραίος, Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός. Παλεύει μαζί με τον λαό και το έθνος στην πρώτη γραμμή» είπε. 

Ο πατριωτικός λόγος του Μίκη ήταν και πάλι εκεί, ίδιος και απαράμιλλος, όπως όταν έγραφε σε προμετωπίδα ενός από τα βιβλία του:

«Όταν ο λαός και το έθνος δοκιμάζονται από βαθιές ιστορικές κρίσεις τότε ο εκπρόσωπος της κουλτούρας γίνεται μαχητής, γίνεται Φεραίος, Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός. Παλεύει μαζί με τον λαό και το έθνος στην πρώτη γραμμή».

Ο Μίκης δεν ντράπηκε ποτέ να πει ότι είναι πατριώτης ούτε να επιστρέψει εμμονικά στα γαλανά και λευκά του όνειρα, σε αυτά που είδε να επανέρχονται συχνά στη ζωή του από τις γκρίζες μέρες της εξορίας και του Παρισιού.

Και ένιωθε πάντα άσχημα κάθε φορά που έβλεπε αριστερά, κομματικά «ανθρωπάκια», σαν αυτά που περιέγραφε ο Τσίρκας στην Τριλογία του, να μιλούν από την ασφάλεια της βολεμένης θέσης τους.

Ο Μίκης, όμως, γίνεται επιθετικός όταν θυμώνει – και δεν θυμώνει με τίποτα λιγότερο από το χαμηλωμένο κύρος και το υποταγμένο βλέμμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ