Eretiki κριτική για μία αιρετική ταινία την Τυφλή Αγάπη

Eretiki κριτική: ΣΕΝΑΡΙΟ: Στη σημερινή Ιαπωνία, η δεσποινίς Misako Ozaki έχει αναλάβει μια εργασία, τη σημασία της οποίας δεν έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, που διαθέτουν όλες τις αισθήσεις τους. Η νεαρή επιμελείται κείμενα κινηματογραφικών έργων, απευθυνόμενα στην εστίαση της περιγραφής εικόνων αναπαράστασης : τοποθεσίας, ενεργειών και εκφράσεων των ηρώων των εν λόγω ταινιών.

Σκοπός αυτής της ενέργειας είναι τα συγκεκριμένα κείμενα να διαβάζονται τελικά από κάποιον ειδικό αφηγητή κατά τη διάρκεια μιας προβολής σε κινηματογραφική αίθουσα, ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα παρακολούθησης για διάφορες ταινίες, άνθρωποι που δεν διαθέτουν όραση, έχοντας πλέον μια συνολική άποψη για τη διάσταση του σύμπαντος και την έκβαση της συναισθηματικής φόρτισης που έχουν οι χαρακτήρες των ταινιών.

H Misako διαβάζει αρχικά τα κείμενά της σε μια μικρή ομάδα ατόμων, που έχουν απώλεια όρασης, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούν όλοι μαζί την πλοκή μιας ταινίας σε δοκιμαστική αίθουσα. Ο στόχος είναι εκείνοι να της επισημάνουν, κατά πόσο η περιγραφή της ανταποκρίνεται στην πρόσβαση της δυνατότητας παροχής αναπαράστασης εικόνων, με συνέπεια αυτές να μπορούν να πάρουν πιο επεξηγηματική μορφή, στη γόνιμη φαντασία των θεατών της ψυχής.

Ανάμεσα στην ομάδα αυτή βρίσκεται και ο μέσης ηλικίας κύριος Masaya Nakamori, παρουσιάζοντας μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη. Εκείνος γεννήθηκε έχοντας όραση, που πλέον όμως είναι μερική προς ελάχιστη και διαρκώς ελαττωμένη, με μη αναστρέψιμη πορεία εξέλιξης. Ο Masaya δείχνει άνετος με αυτό που αντιμετωπίζει, μα στην πραγματικότητα θλίβεται έντονα, καθώς πρωτύτερα υπήρξε για αρκετά χρόνια ταλαντούχος και διάσημος φωτογράφος. Η δεσποινίς Ozaki θα έρθει σε ρήξη  με τον κύριο Nakamori, ο οποίος της κάνει επικριτικές υποδείξεις για τη δουλειά της, με συνέπεια να δημιουργείται μερική δυσπιστία από τα υπόλοιπα μέλη για την απόδοσή της και να μην μπορεί η ίδια να ολοκληρώσει την τελευταία φράση της ταινίας.

Οι δύο ήρωες θα συγκρουστούν, θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλο και επειδή φέρουν ομοιότητες μεταξύ τους σε ο,τι αφορά τα μη επιλυμένα παρελθοντικά θέματα ( η Misako δεν έχει ξεπεράσει το θάνατο του πατέρα της, ενώ ο Masaya είχε συνδέσει τη ζωή του αποκλειστικά με την 8η τέχνη )  αλλά και τα τωρινά απροσπέλαστα εμπόδια της ζωής τους (η μητέρα της κοπέλας πάσχει από τη νόσο Alzheimer και η πρώτη διστάζει να την πάει σε οίκο ευγηρίας, αντίστοιχα o πρώην φωτογράφος χάνει ολοκληρωτικά την όρασή του ) θα ανακαλύψουν πως αυτό που θα βιώσουν πιο έντονα από καθετί, με όλες τους τις αισθήσεις, είναι το άρωμα του ερωτικού νέκταρ, που θα δουν να ακούγεται αγκαλιασμένο στις καρδιές τους.   

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάτι στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση είναι η σημασία της δουλειάς της πρωταγωνίστριας. Αυτό επιτυγχάνεται με τις λεπτομέρειες που αναλύει η Misako στους θεατές δίχως όραση, την ώρα που παρακολουθούν μαζί της την εξέλιξη της ταινίας ( » Τα κορίτσια μαλώνουν τα αγόρια, επειδή είναι άτακτα» τη στιγμή που μαθητές και μαθήτριες σχολείων διασχίζοντας το δρόμο συσπειρώνονται επειδή οι πρώτοι κάνουν διάφορα απρεπή σχόλια ή » παρατηρεί ένας συνοφρυωμένος άντρας » όταν κάποιος ανάμεσα στο πλήθος έχει αυτήν ακριβώς την έκφραση ). Βεβαίως, το ενδιαφέρον του φακού επικεντρώνεται στην καθοριστική για τους χαρακτήρες τελευταία ειπωμένη φράση του έργου, που παρακολουθούν όλοι, με πρωταγωνιστές την Tokie και τον Juzo. Ξεκινά αρχικά η αντίθεση εικόνας και ομιλίας, όπου η Misako περιγράφει λέγοντας ότι το πρόσωπο του Juzo φέρει ένα χαμόγελο, που λάμπει από την ελπίδα της ζωής, ενώ εκείνος δεν έχει τέτοια έκφραση. Στη συνέχεια διορθώνει  χρησιμοποιώντας αφαιρετική προσέγγιση, αναφέροντας απλά ότι ο Juzo κοιτάζει τον ουρανό. Στο τέλος θα έρθει μια άλλη φράση που δικαιολογεί τον Ιαπωνικό original τίτλο της ταινίας ( Hikari = Radiance = Ακτινοβολία ). Ένα σκηνοθετικό τρικ που εφαρμόζεται αρκετές φορές στην ταινία, είναι ότι μας δίνει την εντύπωση, πως παρακολουθώντας τοποθεσίες και ανθρώπους βρισκόμαστε στον κόσμο του Masaya και της Misako, ενώ απλά έχουμε εισέλθει στην ταινία την οποία εκείνοι και οι φίλοι τους παρατηρούν στον προτζέκτορα.

Οι σκηνοθετικές επιλογές είναι τέτοιες, που δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με δεύτερους χαρακτήρες, όπως η κυρία ( μεταφράστηκε ως Άκι ) που πρόσεχε τη μητέρα της Misako. Διότι, το ενδιαφέρον βρίσκεται στην απομονωμένη κατοικία της Yasuko Ozaki ( μητέρας ) στο δάσος και κυρίως στο πρόβλημα απώλειας μνήμης, που η ίδια αντιμετωπίζει. Η παρουσία και απουσία ταυτοχρόνως του πατέρα της νεαρής Ozaki, αποδίδεται αριστοτεχνικά μόλις η ίδια τοποθετεί σαν παζλ στο πάτωμα τα αντικείμενα, που αποτελούσαν την εικονογράφηση των συνηθειών και τελευταίων στιγμών της πατρικής του φιγούρας. Δεν πραγματοποιείται επίσης ιδιαίτερη προσήλωση με τις άλλες επαφές του Masaya ( φίλοι του και ανταγωνιστής φωτογράφος μεταξύ των ), ούτε και με τα ονόματα της ομάδας για την ειδική προβολή, καθώς σημασία έχει ο χαρακτήρας, η δύναμή τους και οι εκφράσεις τους. Αυτές αποδίδονται με κοντινά πλάνα σε όλο το πρόσωπό τους, προκειμένου να υπάρξει από το μέσο ( κάμερα ) η μετάδοση μια αίσθησης οικειότητας και προσπάθειας ενσυναίσθησης από εμάς τους θεατές, για το πώς εκείνοι βιώνουν τον κόσμο, μα και την ειδική παρακολούθηση με τη φωνητική καταγραφή αντικειμένων και  έμψυχων όντων σε μια ταινία.

Αυτό που είναι πραγματικά εξαιρετικό και αιφνιδιάζει το κοινό, είναι η ξαφνική απεικόνιση της διαφορετικής θέασης μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που χάνει την όρασή του ( εν προκειμένω του κυρίου Masaya Nakamori ). Και αυτό επειδή δεν υπάρχουν οπτικές υπερβολές γραφικών, αλλά αντιθέτως μια ουσιώδης απόδοση. H εικόνα που βλέπει ο πρώην φωτογράφος, περιγράφει ένα θολό κίτρινο λαμπερό φόντο, το οποίο επιτρέπει μέσα από μια μικρή οπή σε κάποια μορφή, που δεν λάμπει, αλλά η πραγματική της ομορφιά υπερνικά οποιαδήποτε λάμψη, να ακτινοβολήσει. Η κυριολεξία της πάθησης του, ο συμβολισμός του έρωτα και της εμπιστοσύνης που εμπεριέχεται σε αυτόν, καθώς επίσης και η αληθινή επικοινωνία που προσφέρεται σε εμάς τους θεατές, για την αποκάλυψη της άγνοιάς μας σχετικά με τα συναισθήματα των συνανθρώπων μας, που δεν διαθέτουν όραση, κάνουν την εμφάνισή τους μόνο με αυτή την οπτική ευρεσιτεχνία.

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: AYAME MISAKI : Υποδυόμενη τη Misako Ozaki. Με πολλές συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές από το 18ο έτος της ηλικίας της με θέμα τη μεταφορά ιστοριών comics manga, μα επίσης κάνοντας αρκετές τηλεταινίες και films τα τελευταία χρόνια με ίδιο περιεχόμενο ( Attack on a Titan) αλλά και θεματολογία δράσης ( Girl’s Blood) ή θρίλερ που αφορούν παραδοσιακούς ιαπωνικούς θρύλους ( Hanako san ) , ή ακόμα περιπέτειες, οι οποίες όμως εγκαθίστανται σε όχι ιδιαίτερα ποιοτικό έδαφος ( ταινίες δράσης και σειρές που θυμίζουν power rangers και ninja ), μπορούμε να πούμε πως η ηθοποιός, συμμετείχε πλέον στο 28ο έτος της, σε ένα πολύ ξεχωριστό έργο.

Είχε λοιπόν πρωταγωνιστικό ρόλο με ιδιαίτερες απαιτήσεις. Ανταποκρίθηκε  επάξια! Η άνεσή της στο φακό φαίνεται όταν τη βλέπουμε να συναντά για πρώτη φορά τη μητέρα της στο έργο και συζητούν, με τις ακτίνες του ηλίου να διαπερνούν το πρόσωπό της και να καταλήγουν στο παλιό της σπίτι, που πλέον μένει η Άκι προσέχοντας τη Yasuko. Η έκφραση των συναισθημάτων της όταν ξυπνούν οι παιδικές αναμνήσεις με τον πατέρα της είναι ιδιαίτερη, καθώς την ίδια στιγμή μας δείχνει με πολύ εκφραστικό τρόπο, ότι αναζητά εναγωνίως τη μητέρα της στο δάσος όντας βραχυκυκλωμένη και αγχωμένη. Η όλη σταδιακή τρυφερή προσέγγιση, που έκανε σαν Misako στον Masaya μοιάζει τόσο αληθινή! Με αποκορύφωμα τη σκηνή του φιλιού. Η ηθοποιός γενικά είχε ένα ρόλο όπου για να αποκαλυφθούν οι πτυχές του χρειαζόταν, έκφραση προσώπου, κίνηση που περιγράφει συναισθήματα ( τις στιγμές που η Misako έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να αντιληφθεί, πώς κάνει διάγνωση του χώρου, όποιος δε βλέπει) και φωνητική ερμηνεία. Τα είχε όλα.

MASATOSHI NAGASE: Έπαιξε το ρόλο του Masaya Nakamori. Ο συγκεκριμένος ηθοποιός βρίσκεται στο χώρο από το 1983 συμμετέχοντας σε 62 ταινίες ως σήμερα. Είναι πιο γνωστός για τη συμμετοχή στα Mystery Train   (1989) και Patterson (2016) του Jim Jarmusch και Suicide Club (2002) του Sion Sono.

Βεβαίως έχει συνεργαστεί ξανά με την ίδια σκηνοθέτρια στο έργο Sweet Bean (2015) έχοντας και εκεί πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ερμηνεία του εδώ είναι από αυτές που αναβαθμίζουν τις ικανότητες ενός ηθοποιού. Ως Nakamori υπήρξε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ανθρώπους που βλέπουν και εκείνους που δεν διαθέτουν όραση, μέχρι να οδηγηθεί λόγω φυσικών αιτίων στους δεύτερους. Η ψυχρότητα που μας δείχνει όταν αδιαφορεί για την κατάστασή του ενώπιον των υποτιθέμενων φίλων του, είναι αξιοπρόσεκτη.  Ενδιαφέρουσα η απόδοσή του, όταν καταρρέει ψυχικά όντας μόνος στο διαμέρισμά του και μόλις πέφτει κάτω μέσα στο πλήθος. Ξεχωρίζει η στιγμή στην οποία αγγίζει το πρόσωπο της Misako. Μας μεταδίδει πόσο δεμένος ήταν με τη δουλειά του, αποκαλώντας τη φωτογραφική μηχανή ως καρδιά του και αργότερα συνειδητοποιημένα την πετά μακρυά. Έδωσε μια αρμόζουσα ερμηνεία, που φέρει κυρίως την προσωπική του σφραγίδα.

KAZUKO SHIRAKAWA: Ως Yasuko Ozaki ( μητέρα της Misako). Μπορούμε να πούμε πως έδειξε αυτή την ηρεμία ενός ανθρώπου, που πάσχει από άνοια έχοντας ξεχάσει τις έντονα δυσάρεστες αναμνήσεις των βιωμάτων, που ποτέ δεν αποβάλει ένας άνθρωπος ( στην προκειμένη περίπτωση το χαμό του συζύγου της ).  

TATSUYA FUJI: Ρόλοι: Kitabayashi/Juzo. Στον πρώτο ως σκηνοθέτης της ταινίας που παρακολουθούσαν όλοι, επεξηγεί στην κυρία Ozaki ποιο ήταν το λάθος κατά την περιγραφή της. Επιπροσθέτως χρησιμοποιεί την ρήση ενός γνωμικού με ηθικό προβληματισμό, αναλαμβάνοντας μια επιπλέον προσωπικότητα, η οποία περιγράφει άγραφους νόμους δικαιοσύνης. Και στα δύο υπήρξε αυστηρός και πειστικά δίκαιος. Για το ρόλο του Juzo, αναφέρουμε πως μας έκανε να πιστέψουμε ότι η Misako και οι συνεργάτες/φίλοι της παρακολουθούν μια ταινία με επαγγελματίες ηθοποιούς.  

ΌΛΟΙ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΠΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ OZAKI ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΘΕΑΤΗ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΟΡΑΣΗ ΣΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΟ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ/ΚΑΠΟΙΑ ΟΝΟΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ/ΤΗΝ.

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο έγραψε η Naomi Kawase. Ξεχωρίζει, επειδή περιέχει φράσεις, που περιγράφουν ενδόμυχα τις ευαισθησίες και τη γόνιμη φαντασία των ανθρώπων οι οποίοι δεν βλέπουν (οι ίδιοι έκαναν φιλικές παρατηρήσεις στη M. Ozaki προκειμένου να βελτιώσει την περιγραφή της λέγοντας: «Σκούρα μαλλιά, ακούγεται πιο ωραίο από το «μαύρα μαλλιά» ). Επιπλέον, δίνει μια αίσθηση οικουμενικού προβληματισμού με το επάγγελμα της Misako Ozaki, καθώς αυτό αφορά την εξασφάλιση μέσων ψυχαγωγίας και συμμετοχής στις τέχνες (επομένως καλύτερης επικοινωνίας μεταξύ όλων των ανθρώπων λόγω έκφρασης συναισθημάτων)  και όχι μόνο την κάλυψη βασικών αναγκών και παροχή διασκέδασης, σε όποιον δεν έχει δυνατότητα όρασης. Φυσικά, η πρόταση επίλυσης που προσδίδει το σενάριο, μέσω της δημιουργίας τέτοιων επαγγελμάτων και της ενασχόλησης πολλών ανθρώπων μαζί τους, παίρνει προεκτάσεις για το ενδιαφέρον και άλλων ανθρώπων, που οι κοινωνίες τους εντάσσουν σε ομάδες με την κωδικοποιημένη λέξη ΑΜΕΑ.

Σκηνοθετεί επίσης η Naomi Kawase. Κάτι που χρησιμοποιεί συχνά η ίδια στις ταινίες της είναι η παρουσία του φανταστικού στοιχείου, εισερχόμενη με αιφνίδιο τρόπο στον πραγματικό κόσμο ( σε αυτό το έργο παρατηρούμε το Masaya να απευθύνει το λόγο στην φωτογραφική του μηχανή, ρωτώντας αν είναι μια καλή ημέρα και ξαφνικά με μια γυναικεία φωνή εκείνη να του απαντά, κάνοντας το θεατή να αμφιβάλλει, αν κατανόησε σωστά τη σκηνή. Όπως επίσης τη στιγμή που η πρωταγωνίστρια του ζητά να την πάει στην τοποθεσία με το ηλιοβασίλεμα, οι ακτίνες του ηλίου μέσα από τις αναμνήσεις του αγγίζουν το πρόσωπό του ). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση της Misako μόλις προσπαθεί να κατανοήσει πραγματικά τους ανθρώπους που συναναστρέφεται ( Στο σπίτι του Nakamori  η ίδια του περιγράφει τον αντικατοπτρισμό που είδε, κάνοντας φωνητική αφήγηση συμπεριλαμβάνοντας το δικό της όνομα, όπως ακριβώς στη δουλειά της. Όταν φεύγει από το σπίτι του, κλείνει τα μάτια της και περιγράφει μιλώντας στον εαυτό της, την οριοθέτηση του χώρου που εκείνη βρίσκεται.)

Μα ακόμα πιο εύστοχη είναι η ίδια η στιγμή ενσυναίσθησης, που αποκτά αργότερα μαζί τους ( κλείνοντας πάλι τα μάτια της και χρησιμοποιώντας πλέον την αφή προκειμένου να χαρτογραφήσει νοητικά το χώρο, αισθάνεται την απώλεια όρασης και το φόβο αυτής). Η παρουσία των ακτίνων του ηλίου δημιουργεί μια αίσθηση γαλήνης στους πρωταγωνιστές, είτε τη βιώνουν μόνοι τους είτε μαζί. Αρκετά έξυπνη η χρήση του ονόματος Radiance (γιατί είναι ο αγγλικός τίτλος της ταινίας) ως τίτλου επιστημονικού περιοδικού, στο οποίο το εξώφυλλο της φωτογραφίας έκανε ο φίλος/ανταγωνιστής του Masaya. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η σκηνοθεσία κατορθώνει να μας εξηγήσει με ανθρώπινο τρόπο και όχι κινηματογραφικές τεχνικές εντυπωσιασμού, το πόσο διψασμένοι για ζωή είναι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτου αριθμού πληρότητας αισθήσεων.

Μάλλον αρκεί να αναφέρουμε, πως όλοι οι χαρακτήρες έδωσαν το καλύτερο αποτέλεσμα στη σκηνοθέτρια, προκειμένου να υλοποιήσει το καλλιτεχνικό της εγχείρημα.  Βεβαίως, αναπόφευκτα οι πρωταγωνιστές έφεραν στο προσκήνιο περισσότερα και πιο έντονα ανθρώπινα συναισθήματα, που πολλές φορές στην καθημερινότητά μας τα ξεχνάμε. Επιτυχής η απόδοση σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING: Είναι μεγάλη η επιτυχία της σκηνοθέτριας καθώς είδε στο πρόσωπο της Ayame Misaki την πρωταγωνίστρια του έργου. Αν δει κανείς τις προηγούμενες συμμετοχές της θα καταλάβει ότι είχε εμπειρία από άποψη αριθμού εμφανίσεων, αλλά δεν είχε αναμετρηθεί ποτέ πριν με ένα τόσο ποιοτικό περιεχόμενο κινηματογραφικού έργου. Θέλει λοιπόν πραγματική σκηνοθετική τόλμη για να διαλέξει κάποιος μια τέτοια πρωταγωνίστρια και να διακρίνει, πως εκείνη μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτό που επιθυμεί, κάθε μαέστρος της έβδομης τέχνης, να θίξει. Με τον Masatoshi Nagase είχε συνεργαστεί και πρόσφατα (2015), όπου βέβαια ο ίδιος στην ταινία έδωσε το στίγμα του και συμπλήρωσε με την ερμηνεία του άρτια το παζλ των ηθοποιών. Γενικά και για τους δεύτερους χαρακτήρες είναι δύσκολο να υπάρξουν επιχειρήματα για κάποιο λάθος.

 

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη μουσική ανέλαβε ο τρομπετίστας και συνθέτης Ibrahim Maalouf. Θα ακούσουμε συνθέσεις που περιλαμβάνουν πιάνο (εισαγωγή) , πιάνο με βιόλα (όταν η Misako είναι στο αμάξι και πηγαίνει προς το απομονωμένο σπίτι της μητέρας της,  για πρώτη φορά στην ταινία ) και πιάνο με τρομπέτα ( τη στιγμή που η πρωταγωνίστρια κλείνει τα μάτια και διηγείται στον εαυτό της την κάθε κίνηση που πραγματοποιεί. Επίσης, όταν λέει η ίδια στον Masaya να τη μεταφέρει στην ιδιαίτερη τοποθεσία με το ηλιοβασίλεμα). Το θέμα όμως είναι πως γενικά ακούμε μουσική δυτικού πολιτισμού και όχι ιαπωνική με koto και άλλα παραδοσιακά όργανα. Αυτό φυσικά γίνεται σκόπιμα, προκειμένου ο θεατής να αισθανθεί πως η εργασία της  δεσποινίδας Ozaki, αφορά τις χώρες τις Ανατολής, την δυτική κοινωνία και φυσικά όλο τον κόσμο. Τίθεται εσκεμμένα δηλαδή, μια οικουμενική διάσταση προβληματισμού και αναζήτησης λύσεων, για ανθρώπους που φέρουν απώλεια αισθήσεων.

Διακρίνεται ο ήχος του φωνητικού μηνύματος, το οποίο λαμβάνει ο Masaya στο κινητό του, εξαιτίας της σημασίας που έχει η συγκεκριμένη υπηρεσία, για όσους πραγματικά τη χρειάζονται. Τα βαλτωμένα βήματα της ηρωίδας στη λάσπη, κατά τη διάρκεια αναζήτησης της μητέρας της στο δάσος, επίσης τραβούν την προσοχή. Παρομοίως και ο ήχος που κάνει το χέρι της όταν το σέρνει στα κιγκλιδώματα, προκειμένου να αντιληφθεί διαμέσου των δονήσεων, τις διαστάσεις του χώρου.   

 

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ.

Ο ERETIKOS κριτικός Γ.Κ.

Μία eretiki κριτική για την ταινία «Η γέννηση ενός ηγέτη»

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ