Η αξιολόγηση έκλεισε. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα

Η αξιολόγηση τελείωσε και απέδειξε πως η κάθοδος, όχι των μυρίων, αλλά του κουαρτέτου στην Αθήνα ήταν η πλέον ήσυχη με λιγότερες εντάσεις, αντιπαραθέσεις και προβλήματα. Και τούτο για δύο λόγους. Ο ένας ήταν πως υπήρχε η πολιτική βούληση των δανειστών να κλείσει η τέταρτη αξιολόγηση εγκαίρως και χωρίς προβλήματα και ο δεύτερος η προετοιμασία των υπουργών και γενικότερα της κυβέρνησης ήταν η καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη φορά.

Ετσι η τεχνική συμφωνία το Σάββατο το βράδυ ήρθε πολύ ομαλά και ήρεμα, βάζοντας τελεία στην αξιολόγηση, ενώ η παύλα θα τεθεί την Πέμπτη στο Eurogroup.

Το επόμενο βήμα είναι η τυπική και πολιτική έκδοση της τεχνικής συμφωνίας στο Eurogroup της Πέμπτης 24 Μαϊου και το άνοιγμα του δρόμου για να συζητηθεί το χρέος, καθώς και ο τύπος και η μορφή του ελέγχου της μεταμνημοναικής εποχής, δηλαδή μετά την 21η Αυγούστου.

Η πιο σημαντική είδηση που βγήκε από τις συναντήσεις για την αξιολόγηση των Θεσμών με τους υπουργούς είναι πως θα μειωθούν οι συντάξεις την 1 Ιανουαρίου 2019 και θα εφαρμοστεί το 2020 και όχι το 2019 η μείωση του αφορολογήτου.

Επίσης, θα εφαρμοστούν τα αντίμετρα, όπως μηδενική συμμετοχή στα φάρμακα για τους συνταξιούχους με συντάξεις ως 750 ευρώ και μείωση της συμμετοχής στο 50% για τις συντάξεις από 750 ως 1.200 ευρώ, η επιδότηση του ενοικίου ή της δόσης του δανείου πρώτης κατοικίας για φτωχά ζευγάρια.

Ομως, μην το δένετε κόμπο ότι θα μειωθούν οι συντάξεις. Το θέμα αναμένεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να τεθεί εκ νέου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μετά τις εκλογές στη Βαυαρία στις 14 Οκτωβρίου. Κι΄ εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του υπουργού Νίκου Παππά ο οποίος υποστήριξε ότι μετά την έξοδο από τα μνημόνια είναι νόμιμο να ξανασυζητηθούν τέτοια θέματα. Επίσης η Θεανώ Φωτίου με δηλώσεις της τη Δευτέρα υπενόησε ότι μπορεί και να μην κοπούν οι συντάξεις. Ιδωμεν.

Φωτίου: Θα έχουμε εξελίξεις με τις συντάξεις

Ομως, το μεγάλο θέμα που αιωρείται και αναζητά λύση είναι το χρέος. Εδώ η κατάσταση είναι περιπεπλεγμένη. Υπάρχουν μεγάλες διαφωνίες ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία, καθώς και στη Γερμανία και το ΔΝΤ.

Κύρια πηγή διαφωνίας είναι η λειτουργία του μηχανισμού της σύνδεσης του χρέους με την ανάπτυξη του οποίου τη λειτουργία η Γαλλία και το ΔΝΤ τη θέλουν αυτοματοποιημένη, ενώ η Γερμανία θέτει όρους και προϋποθέσεις.

Ακριβώς αυτή η διαφωνία έχει φέρει το ΔΝΤ στην πόρτα της εξόδου από το ελληνικό πρόγραμμα αν μέχρι το επόμενο Eurogroup δεν υπάρξει πρόταση πολύ συγκεκριμένη, ποσοτικοποιημένη την αποκαλούν, για το ελληνικό χρέος.

Στις συνθήκες αυτές έχει αρχίσει και αδειάζει η κλεψύδρα και κάθε μέρα που περνά το ΔΝΤ πλησιάζει στην έξοδο από την Ελλάδα. Δεν πρόκειται για εκτίμηση, αλλά για δηλώσεις αρμοδίων που δείχνουν πως αν την ερχόμενη Πέμπτη 24 Μαΐου δεν επιτευχθεί ικανοποιητική πρόοδος ως προς τη ρύθμιση του χρέους, το ΔΝΤ θα…κουνήσει μαντήλι.

Τρεις άνθρωποι του ΔΝΤ την εβδομάδα που πέρασε προειδοποίησαν ότι αν δεν ληφθούν τα μέτρα που ζητούν, τότε το Ταμείο δεν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα.

Από τους τρεις του ΔΝΤ πρώτος την προειδοποίηση απηύθυνε ο γνωστός μας Πολ Τόμσεν λέγοντας ότι η συμφωνία θα έπρεπε να υπάρξει…χτες.

Δεύτερος και πιο σαφής ο Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, ο Ελληνας εκπρόσωπος στο ΔΝΤ, ο οποίος χωρίς περιστροφές είπε πως αν ως το επόμενο Eurogroup δεν υπάρξουν μέτρα συγκεκριμένα, τότε το ΔΝΤ θα βρεθεί εκτός ελληνικού προγράμματος.

Ο κ. Ψαλιδόπουλος είπε χαρακτηριστικά:  «Η κατάσταση διαμορφώνεται ως εξής: Την ερχόμενη εβδομάδα συνέρχεται το Eurogroup και ο κ. Τομσεν διεμήνυσε ότι είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνεται ώστε αν θέλουν οι Ευρωπαίοι να μετέχει το Ταμείο στο πρόγραμμα οι Ευρωπαίοι πρέπει να πουν τα μέτρα, που πρέπει να είναι ποσοτικοποιημένα. Δηλαδή το Ταμείο έχει συντάξει ανάλυση ελληνικού χρέους βασισμένη σε διάφορες υποθέσεις για την μελλοντική εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, πώς θα πάνε τα επιτόκια και άλλες υποθέσεις. Χρειάζονται λοιπόν κάποια νούμερα για να μπουν στην ανάλυση χρέους, που κάνει το ταμείο και να δείξουν ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Η υπάρχουσα ανάλυση θεωρεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο έως το 2030. Μετά το 2030 υπερτερούν οι αρνητικοί παράγοντες και το χρέος θεωρείται μη βιώσιμο».

Μετά τους Τόμσεν και Ψαλιδόπουλο βγήκε με τον πλέον επίσημο τρόπο ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ Τζέρι Ράις και προειδοποίησε ότι στενεύουν τα χρονικά περιθώρια για τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.

Στη συνέχεια και προς επίρρωσιν της προηγούμενης αναφορά διευκρίνισε πως υπάρχουν ακόμα ανοιχτές διαφορές ανάμεσα στους θεσμούς για το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στις συζητήσεις.

«Επομένως, το θέμα για την ελάφρυνση του χρέους είναι το ζήτημα που παραμένει προς επίλυση. Οι συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και οι διαφορές έχουν μειωθεί, αλλά υπάρχουν ορισμένες διαφορές που παραμένουν και πρέπει να επιλυθούν. Αυτό θα έπρεπε να γίνει, όπως ανέφερε ο Πολ (Τόμσεν), ίσως πριν από χθες», τόνισε ο κ. Ράις απαντώντας σε σχετική ερώτηση.

Στο σημείο αυτό ο εκπρόσωπος του Ταμείου επανέλαβε την πάγια θέση του ΔΝΤ για τα δύο σκέλη του προγράμματος, λέγοντας πως η Ελλάδα έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο στον τομέα των μεταρρυθμίσεων και πως πλέον απομένει να ρυθμιστεί το ζήτημα του χρέους.

«Υπενθυμίζουμε ότι έχουμε έγκριση του προγράμματος επί της αρχής. Η ενεργοποίηση του εξαρτάται από τις μεταρρυθμίσεις, όπου έχουμε σημειώσει πολύ καλή πρόοδο, και το δεύτερο σκέλος, δηλαδή την ελάφρυνση του χρέους. Το ΔΝΤ έχει θέσει αυτό το ζήτημα ξεκάθαρα στο τραπέζι σχετικά με το τι πιστεύουμε ότι χρειάζεται η Ελλάδα για την πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους», τόνισε ο εκπρόσωπος του Ταμείου.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο κ. Ράις εξήγησε πως οι αποφάσεις του Eurogroup της επόμενης εβδομάδας καθίστανται ιδιαίτερα κρίσιμες.

«Ο χρόνος τελειώνει και ο Πολ (Τόμσεν) ανέφερε ότι η συνεδρίαση του Eurogroup την επόμενη εβδομάδα είναι πολύ σημαντική. Συνεπώς, συνεχίζουμε να εργαζόμαστε σκληρά με τους Έλληνες και τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Εξακολουθούμε να ελπίζουμε ότι θα έχουμε μια επιτυχή κατάληξη, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους».

Σύμφωνα με τοΝ κ. Ράις η ενεργοποίηση του προγράμματος και η συμμετοχή του ΔΝΤ θα αποτελεί εχέγγυο για τη βιωσιμότητα του χρέους, κάτι που, όπως εκτίμησε, θα τονώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και θα λειτουργήσει ευεργετικά για την ελληνική οικονομία. «Η συμμετοχή μας σημαίνει εξ ορισμού ότι θα έχουμε μια καλή συμφωνία για το χρέος. Αυτό θα είναι σημαντικό. Πιστεύουμε ότι θα βοηθήσει την Ελλάδα να προχωρήσει, να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και πιστεύουμε ότι η ελάφρυνση του χρέους είναι απαραίτητη για μια βιώσιμη ανάπτυξη».

Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία, ο κ. Ράις ξεκαθάρισε πως το Ταμείο θα συνεχίσει να στηρίζει την Ελλάδα, διευκρινίζοντας παράλληλα πως η μεταπρογραμματική εποπτεία είναι μια προβλεπόμενη διαδικασία που ακολουθείται για όλες τις χώρες που έχουν συμμετάσχει σε πρόγραμμα. «Δεν είχαμε χρηματοδοτική στήριξη για την Ελλάδα από το 2014. Επομένως, εδώ και αρκετά χρόνια το ΔΝΤ δεν έχει χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υποστηρίζουμε την Ελλάδα. Συμμετέχουμε στις συζητήσεις… θα συνεχίσουμε να συμμετέχουμε στην Ελλάδα σε κάποιο βαθμό. Θα υπάρχει παρακολούθηση μετά το πρόγραμμα. Αυτό ισχύει για όλες τις χώρες, όπου είχαμε ένα πρόγραμμα όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία ή η Κύπρος», ανέφερε ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ.

Θανάσης Λυρτσογιάννης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ