Τι σημαίνει για την Ελλάδα η συμφωνία Μέρκελ-Σουλτς και ο ρόλος Μακρόν

Μέρκελ και Σουλτς τα βρίσκουν και εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα σχηματίσουν το μεγάλο συνασπισμό, που θα κυβερνήσει τη Γερμανία. Το παράθυρο ελπίδας δεν άνοιξε μόνο για τους Γερμανούς, αλλά και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και μεταξύ αυτών τους Ελληνες.

Όχι βεβαίως πως ξαφνικά με ένα μαγικό ραβδάκι, ως δια μαγείας,  θα παραμεριστούν τα προβλήματα και θα κλείσουν οι πληγές της πολύχρονης λιτότητας. Όχι. Όποιος σκέφτεται τόσο ευθύγραμμα κάνει λάθος.

Από την άλλη λάθος κάνει και εκείνος, που νομίζει ότι τέτοιες αλλαγές και διαφοροποιήσεις είναι χωρίς σημασία. Τα πράγματα δεν είναι άσπρα ή μαύρα. Υπάρχουν και οι αποχρώσεις του γκρι.

Ε, λοιπόν σε αυτή τη φάση βρισκόμαστε τώρα. Γίνεται προσπάθεια να ξεκολλήσει η Γερμανία από το μαύρο της λιτότητας και να συρθεί προς κάποια απόχρωση του γκρι. Το πρώτο βήμα έγινε με την προσωρινή συμφωνία στην οποία το κοινωνικό σκέλος της πολιτικής κέρδισε πόντους.

Επίσης, κέρδισε πόντους η μετακίνηση της Μέρκελ προς τη θέση ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις και για την προώθησή τους θα συνεργαστεί με το Γάλλο Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν.

Χαρακτηριστική και συμβολικά πολύ σημαντική είναι η δήλωση της καγκελαρίου της Γερμανίας η οποία είπε: «Ο κόσμος δεν περιμένει εμάς, έχουμε ανάγκη από μία νέα εκκίνηση στην Ευρώπη. Η Γερμανία θα βρει λύσεις μαζί με τη Γαλλία».

«Πυρά» Γκάμπριελ κατά CDU για τη στάση του απέναντι στην Ελλάδα

Η συνειδητοποίηση και η αποδοχή πως ο κόσμος δεν περιμένει, δείχνει πως και η Αγκελα Μέρκελ πήρε επιτέλους τα μηνύματα όλων των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων και συντάσσεται πλέον με εκείνους που προωθούν αλλαγές στην Ευρώπη.

Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό μένει να το δούμε πως θα διαμορφωθεί, αφού πρώτα σχηματιστεί κυβέρνηση στη Γερμανία και στη συνέχεια αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις για τις μεταρρυθμίσεις στην Ευρώπη, όπου μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται η μετατροπή του ESM σε ευρωπαϊκό ΔΝΤ, η τοποθέτηση ενός Ευρωπαίου υπουργού Οικονομικών και ο κοινός προϋπολογισμός της Ευρωζώνης, θέσεις με τις οποίες συντάσσεται και προωθεί και η ελληνική κυβέρνηση.

Το πόσο μακριά θα φτάσουν οι αλλαγές θα εξαρτηθεί από τους συσχετισμούς δυνάμεων, που θα δημιουργηθούν στην Ευρώπη και κατά πόσο το μεταρρυθμιστικό μέτωπο θα τείνει προς ριζοσπαστικές ή γλυκανάλατες μεταρρυθμίσεις.

Κυβέρνηση μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου θέλει η Μέρκελ

Για την Ελλάδα, ακόμα και αυτή η συμφωνία της Μέρκελ με τον Σουλτς δημιουργεί ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον σε όλο το φάσμα των πολιτικών που μας έχουν επιβάλει οι δανειστές, από τη στιγμή που ακόμα και ο Ντάισελμπλουμ έχει αναγνωρίσει ότι ορισμένες φορές έχουν ξεπεραστεί τα όρια.

Ομως, εκτός της γενικότερης προσέγγισης της πολιτικής της λιτότητας και των αλλαγών που ενδέχεται να επέλθουν, υπάρχουν τέσσερα πολύ σπουδαία θέματα τα οποία επηρεάζονται προς τη θετική κατεύθυνση.

Το πρώτο είναι το χρέος. Μετά το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης στις 22 Ιανουαρίου αναμένεται να ξεκινήσουν οι συζητήσεις για τη διευθέτηση (θα το επαναλάβουμε άλλη μία φορά δεν συζητά κανείς για ¨κούρεμα¨) για να καταλήξουμε σε μία λύση, η οποία θα επιτρέψει στην Ελλάδα να εξοικονομήσει πόρους και να επανέλθει στην κανονικότητα.

Στο ζήτημα του χρέους, η επαναφορά στην κανονικότητα, είναι μία θέση την οποία έχει υποστηρίξει και ο Εμμανουέλ Μακρόν και απόντος του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αυξάνονται οι πιθανότητες πιο θετικής λύσης.

Αν μάλιστα ο Μάρτιν Σουλτς αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών, όπως επιδιώκει, γίνεται αντιληπτό ότι οι συνθήκες θα είναι ακόμα καλύτερες. Και μην πει κανείς ότι τα πρόσωπα δεν παίζουν ιδιαίτερο ρόλο, γιατί θα τους παραπέμψουμε στον Σόιμπλε και θα αντιληφθούν ότι τελικά τα πρόσωπα και οι εμμονές τους είναι φορές που όχι μόνο παίζουν ρόλο, αλλά και καθορίζουν αποφάσεις και πολιτικές.

Συνεπώς, με το σxηματισμό κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού στη Γερμανία αυξάνονται οι πιθανότητες για καλύτερη λύση στο χρέος, από εκείνη που διαφαινόταν όταν ο Σόιμπλε ήταν υπουργός Οικονομικών.

Γερμανία: Συμφωνία για μεταρρυθμίσεις στην Ευρώπη και συνεργασία με Μακρόν

Εξάλλου, η προσωρινή συμφωνία Μέρκελ και Σουλτς δείχνει πως το γερμανικό ενδιαφέρον για τις αλλαγές στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερο και οι μεταρρυθμίσεις δεν θα πετύχουν αν παραμένουν χαίνουσες οι μεγάλες πληγές και η περίπτωση της Ελλάδας είναι μία από αυτές.

Ο κανόνας της αλληλεπίδρασης ενεργοποιείται στα υπόλοιπα ζητήματα. Αφού μία καλύτερη λύση για το χρέος σημαίνει πιο σταθερή έξοδο στις αγορές και δανεισμός με μικρότερο κόστος μετά τη λήξη των μνημονίων στις 21 Αυγούστου. Και αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα.

Επιστροφή στην κανονικότητα και καθαρή έξοδος σημαίνει επιπλέον, ότι η επιτροπεία θα είναι λιγότερο σφιχτή και αυστηρή από την περίπτωση που επιλεγόταν η χορήγηση πιστωτικής γραμμής.

Το τρίτο είναι τα μέτρα του 2019 και του 2020 και τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 το τέταρτο ζήτημα που επηρεάζεται από τις αλλαγές στη Γερμανία.

Στην περίπτωση που ο ESM μετατραπεί σε ευρωπαϊκό ΔΝΤ, το ΔΝΤ δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης στην Ευρώπη, που σημαίνει σε περίπτωση αποχώρησης, παύει να υπάρχει ο παράγοντας εκείνος που επέβαλε τη μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου. Και επειδή η ευρωπαϊκή πλευρά της τρόικα δεν έθεσε τέτοια ζητήματα, είναι πιθανό, όπως είπαν ακόμα και υπουργοί της κυβέρνησης κατά καιρούς, να μην εφαρμοστούν τα μέτρα αυτά ούτε τα αντίμετρα.

Η απουσία, όμως του ΔΝΤ μας στερεί από ένα σύμμαχο στο τέταρτο ζήτημα το οποίο θα μπει στο τραπέζι με ευνοϊκότερους όρους αν υπάρξει κυβέρνηση Μέρκελ-Σουλτς. Και αυτό είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 για τα οποία κυβέρνηση και ΔΝΤ συμπίπτουν στην αναγκαιότητα να μειωθούν για να ενισχυθεί η αναπτυξιακή προσπάθεια της οικονομίας.

Πάντως, το θέμα αυτό είναι ανοιχτό. Και προς αυτό συνηγορεί και η απάντηση που έδωσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σε συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά, όπου δεν το απέκλεισε, αλλά είπε πως άλλοι θα έχουν την ευθύνη να πάρουν τις αποφάσεις και επομένως είναι δυνατόν και να αλλάξουν οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018, που προσδιορίστηκαν στο 3,5% του ΑΕΠ.

Βεβαίως, τα προαναφερόμενα δεν είναι εκ προοιμίου δεδομένα. Η κυβέρνηση οφείλει να συνάψει τις απαραίτητες συμμαχίες και να τα διεκδικήσει. Εκείνο που αλλάζει είναι το κλίμα, η διάθεση και οι προσεγγίσεις, που κάνουν το έργο πιο εύκολο. Ανοίγει ένα παράθυρο και δημιουργούνται νέες ευκαιρίες τις οποίες η χώρα μας οφείλει να τις αξιοποιήσει.

Γιούνκερ: «Θετική και εποικοδομητική» για το μέλλον της Ευρώπης η γερμανική συμφωνία

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ