Γιάννης Δραγασάκης: Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις της χώρας-Εφικτή η καθαρή έξοδος

Ενα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, μία ανάλυση για το άμεσο μέλλον της χώρας, την έξοδο από τα μνημόνια και την πολιτική που θα πρέπει να εφαρμοστεί στη μεταμνημονιακή εποχή αποκαλύπτει και περιγράφει με ενάργεια και σαφήνεια ο Γιάννης Δραγασάκης.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ξεδιπλώνει τις πολιτικές και τα επιχειρήματα με τα οποία στηρίζει το κυβερνητικό σχέδιο για την απάντηση σε τρεις μεγάλες προκλήσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας.

Τρία είναι πιστεύω τα κρίσιμα επίδικα της περιόδου:

  • Το πρώτο αφορά τον τερματισμό των μνημονίων.

Είναι εφικτή μια καθαρή έξοδος, όπως επιδιώκει η κυβέρνηση;

Ή μήπως θα έπρεπε να επιδιώξουμε μια ειδική πιστοληπτική γραμμή, όπως ακόμη και χθες πρότεινε ο κ Βενιζέλος;

Ή μήπως θα έπρεπε να συνεχίσουμε για κάποια χρόνια ακόμη να δανειζόμαστε από τον ESM, συνομολογώντας ένα τέταρτο μνημόνιο  ή προσφερόμενοι  αυτοβούλως να υλοποιήσουμε ένα  μνημόνιο «δικής μας ιδιοκτησίας», όπως ως πρόσφατα υπονοούσε ο κ. Μητσοτάκης και όχι μόνο;  

  • Η δεύτερη ομάδα  ερωτημάτων αφορά το μεταμνημονιακό καθεστώς.

Πως θα διαμορφωθεί το νέο μετά τα μνημόνια καθεστώς; Με ποια αξιακή και πολιτική πυξίδα πρέπει να προχωρήσουμε ώστε να αποτρέψουμε στο μέλλον δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς και άλλες παθογένειες; Πως θα ξεριζώσουμε όχι μόνο τι συνέπειες αλλά και τις αιτίες της κρίσης;

  • Η τρίτη ομάδα ερωτημάτων αφορά στις προτεραιότητες της νέας περιόδου.

Με ποιο τρόπο οι δυνατότητες, που αρχίζουν να  διαμορφώνονται, θα αξιοποιηθούν προς όφελος της κοινωνίας και κατά προτεραιότητα για τη στήριξη εκείνων που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση; Πως η μείωση της ανεργίας, της φτώχειας και των ανισοτήτων θα καταστούν δεσμευτικοί στόχοι της Ανάπτυξης;

 

Καθαρή έξοδος, η δική μας επιλογή

 

Η καθαρή έξοδος από τα μνημόνια και την επιτροπεία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου αυτόματου πιλότου. Η καθαρή έξοδος είναι το δικό μας σχέδιο, η δική μας επιλογή. Και πρέπει να έχουμε συνείδηση του γεγονότος ότι άλλες δυνάμεις επιδίωκαν άλλη πορεία των πραγμάτων. Συγκεκριμένα υπήρχαν τρία δυνητικά ενδεχόμενα, τρεις επιλογές:

  • Η πρώτη επιλογή ήταν να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε από τον ESM μένοντας διαρκώς σε καθεστώς Μνημονίων και  ειδικής επιτροπείας. Διότι το επιτόκιο δανεισμού στην περίπτωση αυτή θα ήταν χαμηλότερο και δεύτερον διότι το «πολιτισμικό πρότυπο» της ελληνικής κοινωνίας είναι τέτοιο που μόνο με εξωτερική πίεση υποτίθεται μπορεί να διασφαλιστεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα. Αυτά ήταν τα επιχειρήματά τους. Οι απόψεις αυτές έχουν αποσυρθεί από το τραπέζι των πολιτικών συζητήσεων διότι η σημερινή κυβέρνηση τις απέρριψε εξαρχής. Όμως υπάρχουν, έχουν ερείσματα σε κύκλους στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, σε τμήματα της αστικής  διανόησης και των εγχώριων ελίτ. Αυτό εξηγεί την ευκολία, αν όχι και τον ενθουσιασμό, με τον οποίο τέτοιες δυνάμεις αποδέχτηκαν από την αρχή  τα μνημόνια και την επιτροπεία κραυγάζοντας κατά καιρούς «κράτα γερά Γερούν».
  • Η δεύτερη επιλογή ήταν αυτή της εξόδου στις αγορές με τη βοήθεια μιας πιστοληπτικής γραμμής. Ήταν η λύση που επιδίωκε -χωρίς να την εξασφαλίσει- η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά το 2014. Η λύση αυτή, αν την επιλέγαμε, θα συνεπάγετο, αν όχι νέο μνημόνιο, σίγουρα νέες δεσμεύσεις πέραν όσων έχουμε ήδη αποδεχθεί. Γι’ αυτό και την απορρίψαμε.
  • Εμείς λοιπόν επιλέξαμε την τρίτη επιλογή και την καθαρή έξοδο που σημαίνει να βγούμε στις αγορές έχοντας διαμορφώσει ένα απόθεμα κεφαλαίων που θα θωρακίζει τη χώρα απέναντι σε απρόβλεπτες απειλές. Και μάλιστα το απόθεμα αυτό ή ένας μέρος του να το διατηρήσουμε και μετά, ως ένα μόνιμο  Ταμείο σταθεροποίησης, τουλάχιστον μέχρις ότου η Ευρωζώνη αποκτήσει θεσμούς δανεισμού ύστατης ανάγκης και θωράκισης από ασύμμετρα σοκ.

Δεν ήταν εύκολος ο στόχος αυτός. Δεν ήταν αρχικά αποδεκτός από όλους. Δεν ήταν βέβαιο εάν θα ήταν εφικτός χωρίς τη συμμετοχή μας στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, το λεγόμενο QE. Οι θετικές εξελίξεις στην οικονομία, η αποφασιστική  στάση της κυβέρνησης και η ευνοϊκή από ορισμένες απόψεις διεθνής συγκυρία, καθιστούν την καθαρή έξοδο εφικτή. Όμως θα χρειαστεί επιμονή και στήριξη μέχρι τέλους.

Θα ήταν χρήσιμο, από την άποψη αυτή να γίνει πιο ευκρινής η θέση και των άλλων πολιτικών δυνάμεων στο θέμα αυτό.

Προσωπικά θεωρώ ότι ο στόχος για καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και το καθεστώς επιτροπείας μπορεί και πρέπει να έχει την ευρύτερη δυνατή πολιτική στήριξη διότι είναι η πλέον συμφέρουσα επιλογή για τη χώρα και το λαό.

 

 

  • Πέρασμα στο «ξέφωτο» και σχεδιασμός του μέλλοντός μας

 

Έρχομαι τώρα στο δεύτερο ερώτημα που αφορά στο καθεστώς μετά τα Mνημόνια.

Ορισμένοι καλλιεργούν σύγχυση και ισοπεδωτισμό. «Και μετά τα Mνημόνια», λένε, «Mνημόνια θα έχουμε». «Και μετά την επιτροπεία, επιτροπεία θα έχουμε ξανά». Δυστυχώς αυτός ο ισοπεδωτικός ορισμένες φορές υιοθετείται άκριτα και από δυνάμεις του ευρύτερου αριστερού χώρου.

Όμως τι επιδιώκουν οι εκπρόσωποι του παλαιού συστήματος εξουσίας, του παλιού  δικομματισμού; Με τη σύγχυση που καλλιεργούν, θέλουν να πουν ότι «όλα τα ίδια θα είναι»,  «όλοι το ίδιο είναι». Θέλουν να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας, τη φτωχοποίηση του λαού, το γιγαντισμό της διαφθοράς και της διαπλοκής επί των ημερών τους. Με τη σύγχυση που καλλιεργούν θέλουν να εξισώσουν  εκείνους  που προσπαθούν να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα της χρεοκοπίας με εκείνους που έριξαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Αυτούς  που εξέθρεψαν το πολυπλόκαμο τέρας της διαπλοκής και της διαφθοράς με εκείνους που συγκρούονται καθημερινά μαζί του. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικότητας έχει λοιπόν καθαρή πολιτική στόχευση και ιδεολογική αναφορά που δεν πρέπει να αγνοείται από καμία δύναμη της Αριστεράς.

Σε ό,τι αφορά το μεταμνημονιακό καθεστώς το βέβαιο είναι ότι τον Αύγουστο του 2018 τελειώνουν τα μνημόνια  και μαζί τους τελειώνει το καθεστώς της επιτροπείας που τα συνοδεύει. Η νέα διευθέτηση θα καθορίζεται από τους κοινούς κανόνες και όχι από κάποιο ειδικό καθεστώς εξαίρεσης όπως συνέβαινε ως τώρα. Η ευθύνη για τη διαμόρφωση της πολιτικής επανέρχεται σε μας, στην εκλεγμένη κυβέρνηση και τα όργανα της ελληνικής Δημοκρατίας.

Η έξοδος από τα μνημόνια βέβαια δεν σημαίνει έξοδο και από όλα τα  προβλήματα που δημιούργησε η κρίση. Αντίθετα ορισμένα από αυτά έχουν μακροχρόνιες συνέπειες όπως το δημογραφικό, η παρατεταμένη αποεπένδυση, η διεύρυνση των ανισοτήτων.  

Ακριβώς γι’ αυτό,  το τέλος των Μνημονίων  δεν είναι το τέλος του δρόμου, αλλά ένας σημαντικός σταθμός, ένα «ξέφωτο» που μας επιτρέπει να ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας και να σχεδιάσουμε το μέλλον με δίκη μας ευθύνη.

Κυβερνητικές προτεραιότητες στη βάση των κοινωνικών αναγκών

 

Ποιες δυνάμεις με ποιες πολιτικές θα αναλάβουν το έργο αυτό;

Μπορεί ο νεοφιλελευθερισμός να είναι το μέλλον της κοινωνίας μας, όταν αυτός αποδείχτηκε θερμοκήπιο εκρηκτικών  ανισοτήτων και «θερμοκοιτίδα» της Ακροδεξιάς όπου κι αν εφαρμόστηκε; Ή μήπως ένα μίγμα εθνικισμού και νεοφιλελευθερισμού, όπως πρότεινε ο  κ. Σαμαράς,  μπορεί να αποτελέσει ένα αξιόπιστο υποκατάστατο του; Ή μήπως μια γραμμή ίσων αποστάσεων και αποφυγής των διλλημάτων, όπως κάνει η κυρία Γεννηματά, είναι λύση; Αλήθεια, κυρία Γεννηματά, αν εσείς συμπληρώνατε τα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν οι σύνεδροι της ΝΔ, τι θα απαντούσατε; Στήριξη του κοινωνικού κράτους ή ιδιωτικοποίηση του;

Πολλοί ρωτούν και τι θα σημάνει «για εμένα» το τέλος των μνημονίων; «Θα βρω δουλειά; Θα ανεβεί ο μισθός μου; Θα μειωθούν οι φόροι μου»; Η απάντηση είναι ότι δεν θα λυθούν όλα τα προβλήματα με μιας. Όμως θα μειωθούν οι περιορισμοί θα υπάρξουν περισσότερες δυνατότητες. Το τελικό αποτέλεσμα,  το  αν οι δυνατότητες αυτές και σε ποιο βαθμό θα φτάσουν στους πολίτες αυτό θα εξαρτηθεί και από το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα κυβερνούν. Θα προτάξουν τις ανάγκες των πολλών, όπως προσπαθεί η σημερινή κυβέρνηση; Ή θα επιστρέψουμε σε καθεστωτικές λογικές εξυπηρέτησης των κάθε λογής «ημέτερων»; Θα αρχίσουν την αποκατάσταση των αδικιών «από τα κάτω» προς «τα πάνω», όπως κάνει η σημερινή κυβέρνηση; Ή θα αρχίσουν από τα «ρετιρέ» και θα ξεχαστούν εκεί όπως γινόταν στο παρελθόν;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πολιτική δύναμη που όχι μόνο επιθυμεί αλλά έχει και κάθε λόγο να υπερβεί έμπρακτα το παρελθόν. Είναι εδώ διότι συγκρούστηκε με ότι αυτό το παρελθόν εξέφραζε  και είναι η δύναμη που μπορεί να κάνει τις αναγκαίες ρήξεις.

Είναι η δύναμη που έχει σχέδιο για το μέλλον της χώρας, για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος Βιώσιμης και Δίκαιης Ανάπτυξης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πολιτική δύναμη που έφερε πολιτική σταθερότητα στη χώρα σε μια περίοδο πρωτοφανούς κρίσης, γι’ αυτό και η κυβέρνηση που στηρίζεται από αυτόν, τους ΑΝΕΛ και δυνάμεις της Οικολογίας, αποδείχτηκε η πιο σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από την αρχή της κρίσης.

Παρά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, παρά τη σκληρή επιτροπεία, η κυβέρνηση αυτή απέδειξε τα τρία αυτά χρόνια πως όταν υπάρχει η θέληση μπορεί να βρεθεί και ο τρόπος  να γίνει σεβαστή η αρχή της δικαιοσύνης. Και αρκετά μέτρα του Προϋπολογισμού για το 2018 το αποδεικνύουν:

  • Απόδοση κοινωνικού μερίσματος που υπερβαίνει τα 720 εκατομμύρια ευρώ και αφορά περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια άτομα
  • Εδραίωση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης που υπερβαίνει τα 700 εκατομμύρια ευρώ και αφορά 700.000 συμπολίτες μας
  • Αύξηση του προϋπολογισμού για τα οικογενειακά επιδόματα με αύξηση των διαθέσιμων πόρων για το 1ο και το 2ο παιδί  
  • Παροχή 130.000 ζεστών ημερήσιων σχολικών γευμάτων σε δημοτικά σχολεία όλης της Επικράτειας
  • Ίδρυση 380 νέων βρεφονηπιακών σταθμών για 10.000 παιδιά
  • Καθιέρωση των Τοπικών Μονάδων Υγείας στο πλαίσιο της στρατηγικής για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας
  • Ίδρυση 100 Κέντρων Στήριξης για τους φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας

Με την έξοδο από την ύφεση, με την ανάκαμψη της οικονομίας, με την άρση του αποκλεισμού μας από τις αγορές, με το τέλος της επιτροπείας οι δυνατότητες θα είναι μεγαλύτερες. Όμως το πιο σημαντικό κι από αυτό είναι ότι με κυβέρνηση της Αριστεράς οι όποιες δυνατότητες, πολλές ή λίγες, θα χρησιμοποιούνται υπέρ της κοινωνίας με κριτήριο τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης και την κοινωνική δικαιοσύνη.