Σκάνδαλο ντόπινγκ: Οι αποκαλύψεις Κρίγκερ και η αλλαγή φύλου

Μία από τις πιο μελανές ιστορίες του ευρωπαϊκού αθλητισμού γράφτηκε σαν σήμερα, πριν από 20 χρόνια, στη Γερμανία (10/1/1998), μετά τις αποκαλύψεις της Χάιντι Κρίγκερ ότι κατά την προηγούμενη χρονιά υποχρεώθηκε να προβεί σε εγχείρηση αλλαγής φύλου, εξαιτίας των αναβολικών που της χορηγήθηκαν από την ηλικία των 12 ετών.


Ο Αντρέας Κρίγκερ, όπως ονομάστηκε στη συνέχεια, γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1966 και αγωνίστηκε ως αθλήτρια της σφαιροβολίας με τα χρώματα της Ανατολικής Γερμανίας. Τα αναβολικά που της χορηγήθηκαν, όπως και σε χιλιάδες άλλους αθλητές της εποχής εκείνης, στο πλαίσιο του συστηματικού κρατικού προγράμματος ντόπινγκ του τότε καθεστώτος, επιβάρυναν τον οργανισμό της, με αποτέλεσμα να υποστεί πολύ σημαντικές βλάβες στην υγεία της.

Στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου της Στουτγκάρδης το 1986 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στη σφαίρα με βολή στα 21,10 μέτρα. Ήδη όμως τα προβλήματα υγείας από τα αναβολικά είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους και τον επόμενο χρόνο στο παγκόσμιο κλειστού στίβου της Ινδιανάπολης περιορίστηκε στην τέταρτη θέση. Το 1991 αναγκάστηκε να σταματήσει την καριέρα της, καθώς υπέφερε από ισχυρούς πόνους, και οι γιατροί της είπαν ότι, αν συνέχιζε, η σπονδυλική στήλη της θα πάθαινε ανεπανόρθωτη ζημιά. Ακόμα και σήμερα υποφέρει από ισχυρούς πόνους στους μηρούς, τους γοφούς και την μέση.
Παράλληλα, από την εφηβεία της είχε αυξημένη τριχοφυΐα και η βαριά φωνή δεν άρμοζε σε ένα κορίτσι της ηλικίας της, κάτι που αργότερα την ώθησε να κάνει την εγχείρηση αλλαγής φύλου και στη συνέχεια να παντρευτεί την πρώην Ανατολικογερμανίδα κολυμβήτρια, Ούτε Κράουζε, που ήταν επίσης θύμα του συστηματικού ντόπινγκ.
Στις δίκες που ακολούθησαν στην -ενιαία πλέον- Γερμανία για να αποδοθούν ευθύνες κατά αυτών που πρωτοστάτησαν στο ντόπινγκ των νεαρών αθλητών και αθλητριών, ο Αντρέας Κρίγκερ κατέθεσε το 2000 ως μάρτυρας κατηγορίας κατά του Μάνφρεντ Έβαλντ, προέδρου των αθλητικών ομοσπονδιών κολύμβησης και στίβου της Ανατολικής Γερμανίας από το 1961 έως το 1988 και θεωρούμενου ως «εγκέφαλου» της υπόθεσης των αναβολικών ουσιών, αλλά και του Μάνφρεντ Χέπνερ, επικεφαλής της υγειονομικής επιτροπής.
Το δικαστήριο καταδίκασε και τους δύο, ενώ υποχρέωσε τη γερμανική κυβέρνηση να αποζημιώσει τα θύματα. Συνολικά 300 αθλητές εισέπραξαν χρηματικά ποσά ως αποζημίωση, αλλά τα περισσότερα από τα 10.000 θύματα δεν εμφανίστηκαν, φοβούμενοι να δώσουν συνέχεια στο θέμα.