Ο Θ. Θεοχαρόπουλος κλείνει την πόρτα της συνεργασίας της κεντροαριστεράς με τη ΝΔ

Óõíåäñßáóç ôçò ïëïìÝëåéáò ôçò ÂïõëÞò, åîÝôáóç ôïõ Í/Ó ôïõ Õðïõñãåßïõ ÅèíéêÞò Áìõíáò ãéá ôéò Ýíïðëåò äõíÜìåéò. ÔåôÜñôç 25 Ïêôùâñßïõ 2017 (EUROKINISSI//ÃéÜííçò Ðáíáãüðïõëïò)

Όταν η ΔΗΜΑΡ μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τις Κινήσεις Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία αποφασίσαμε την συγκρότηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και βάζαμε στόχο τον ενιαίο φορέα της κεντροαριστεράς, πολλοί δεν πίστευαν ότι θα τα καταφέρουμε. Σήμερα, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, ΚΙΔΗΣΟ, ΠΟΤΑΜΙ και πολλές πολιτικές κινήσεις και κοινωνικές δυνάμεις του χώρου συντονίζουν τον βηματισμό τους στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο του νέου ενιαίου φορέα, δημιουργώντας μια νέα προσδοκία για τη χώρα.

Μπροστά μας έχουμε πολλή δουλειά, για να αξιοποιήσουμε το θετικό momentum και να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες του κόσμου που προσήλθε μαζικά στις κάλπες για την εκλογή επικεφαλής της κεντροαριστεράς.

Αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως τους πολίτες είναι η πρόταση για το αύριο. Χρειάζεται σαφές ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα. Απαιτούνται βαθιές προοδευτικές αλλαγές και τομές παντού, με το βλέμμα στο μέλλον. Για μια νέα προοδευτική ταυτότητα της σοσιαλδημοκρατίας μακριά από συντηρητικές πολιτικές.

Ανήκουμε στην μεγάλη πολιτική οικογένεια της σοσιαλδημοκρατίας και της ανανεωτικής αριστεράς. Πιστεύουμε στις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις για την οικονομική ανάπτυξη και το κλείσιμο της ψαλίδας των ανισοτήτων, προτεραιότητά μας αποτελεί η κοινωνική προστασία και είμαστε αταλάντευτα προσηλωμένοι στις αξίες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.      

Η ΝΔ και υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη συνεχίζει να είναι το κόμμα των νεοσυντηρητικών πολιτικών και ταυτόχρονα στο εσωτερικό της παραμένουν ισχυροί και κυρίαρχοι οι θύλακες της παραδοσιακής δεξιάς του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων. Συνεπώς δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποτελεί στρατηγικό σύμμαχο για την κεντροαριστερά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με κυβερνητικό εταίρο τους ΑΝΕΛ, ακολουθεί μία πολιτική, ακόμη και σε θέματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα μνημόνια, που μόνο ως προοδευτική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ταυτοχρόνως ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, και ο κ. Τσίπρας, έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν ανήκει ούτε στην κεντροαριστερά ούτε στην σοσιαλδημοκρατία. Η συμμαχία δε με τον κ. Καμμένο αποδεικνύει ότι δεν ενδιαφέρεται για προγραμματικές συμφωνίες αλλά διακατέχεται μόνο από έναν κυνισμό της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βαθιά κρίση ταυτότητας που συγκαλύπτεται όσο βρίσκεται στην εξουσία. Έχει λοιπόν πολλά ζητήματα να λύσει για να μπορεί να αποτελέσει εταίρο μιας κεντροαριστερής παράταξης κατά το παράδειγμα της Πορτογαλίας που τόσο συχνά επικαλείται. Μόνο που στην Πορτογαλία συμβαίνουν ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που κάνει εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί κανένας δεν διανοήθηκε να συμμαχήσει με ένα υπερσυντηρητικό εθνικολαϊκιστικό κόμμα, κανένας δεν χρησιμοποίησε διχαστικό λόγο και αντιευρωπαϊκή ρητορική, με σχέδιο και εθνική συνεννόηση οδηγήθηκε η χώρα στην έξοδο από την κρίση και την ανάπτυξη.

Σήμερα, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ υπηρετούν ένα τεχνητό δίπολο με συνθήκες ακραίας πόλωσης. Για αυτό επιδιώκουμε έναν ισχυρό προοδευτικό φορέα με σύγχρονες προγραμματικές θέσεις που θα επιβάλλει την εθνική συνεννόηση για την υπέρβαση της κρίσης.

Συχνά μας θέτουν το ερώτημα τι θα κάνετε μετεκλογικά. Για εμάς όμως είναι ξεκάθαρο ότι η νέα προοδευτική παράταξη δεν ανασυγκροτείται στοχεύοντας να γίνει κυβερνητικός εταίρος είτε του Μητσοτάκη είτε του Τσίπρα. Ταυτοχρόνως, η κεντροαριστερά επιδιώκει τόσο την εθνική συνεννόηση όσο και την πολιτική σταθερότητα. Για αυτό εφόσον οι πολίτες φέρουν το νέο φορέα μέσα στις τρεις πρώτες δυνάμεις, και λάβει διερευνητική εντολή, οφείλει να καταθέσει την δική του προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης και στη βάση αυτής να γίνει η συζήτηση με όλες τις δημοκρατικές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις με στόχο προγραμματικές προοδευτικές συγκλίσεις. Σε κάθε περίπτωση, την τελική μας στάση πρέπει να την αποφασίσει η βάση όλης της κεντροαριστεράς με δημοψήφισμα. Όλες οι κρίσιμες αποφάσεις στα σοβαρά θέματα πρέπει να λαμβάνονται συλλογικά. Να υιοθετήσουμε τις βέλτιστες δημοκρατικές πρακτικές, για να γίνουμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα.

Αρθρο στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα»