Ο ήλιος καίει κι΄ εγώ κρυώνω…

Βλέπω κοντά και γύρω μου
»φυτά» που μ΄ αρρωσταίνουν,
σε κόσμο άλλο βρίσκονται
και σ΄ άλλον ανασαίνουν.
 
Βλέπω την αγωνία τσου,
στα μάτια τα χαμένα,
στα ζαρωμένα μούτρα τσους
και στα σκελετωμένα.
 
Βλέπω κινήσεις πανικού,
μουρλαίνονται, τσου λείπει,
τώρα που το χρειάζονται,
αλλιώς τσου εγκαταλείπει.
 
Μια φούρια, μια αναστάτωση,
τηλέφωνο αναμένουν,
με χνώτα σάπια και βραχνά,
τη δόση περιμένουν.
 
Γύρω μου βλέπω θάνατο,
ματιές αρρωστημένες,
άτομα σ΄ άλλον άνεμο
κι απ΄τη ζωή χαμένες.
 
Θέλουν βοήθεια, δώστε την,
στον ήλιο και κρυένουν,
έχουνε χάσει επαφή
και δεν καταλαβαίνουν.
 
Περιπλανώνται σαν χτικιά,
σαν δράκουλες για αίμα,
για μας που ζούνε δίπλα μας,
είναι ένα μείζον θέμα.
 
Για αυτούς κανείς δεν γνοιάζεται,
μια κατηφόρα ο δρόμος,
ανάμεσά μας και στενά,
ζει ένας άλλος κόσμος.
 
Είναι ένας κόσμος σκοτεινός,
κορμιά σε άλλη σφαίρα,
που λιώνουνε σαν το κερί,
μέρα με την ημέρα.
 
Και εμείς εδώ τι κάνουμε;
Αδιάφοροι κοιτάμε,
μια κοινωνία εξάρτησης,
κράτος δεν σε βαστάμε.
 
Τι έδωσες εσύ για μας;
Γι΄ αυτούς τσου ξεγραμμένους;
Τι κάνεις και τι σκέφτεσαι
γι΄ αυτούς τσου εξαρτημένους;
 
Είναι αμαρτία απ΄ το Θεό
και πόνος μεσ΄ στα στήθια,
να βλέπεις ανθρωποσκιές
και να ζητούν βοήθεια.
 
Βλέπω κοντά και γύρω μου
ζωή που καταρρέει,
νιάτα, παιδιά αβοήθητα
και η ψυχή μου κλαίει.
 
Σε ρώτησα που έτρεμες
και μου ΄πες σε σταυρώνω,
ο ήλιος καίει τη σάρκα μου,
φίλε και εγώ κρυώνω…
 
Καστρινός από το Ζάντε
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ