Eretiki κριτική για την ταινία Εντός Ορίων

Εντός Ορίων ΣΕΝΑΡΙΟ: Η ιστορία της ταινίας διαδραματίζεται στη Συρία. Η Δαμασκός αποτελεί μία ακόμη εμπόλεμη ζώνη, η οποία περιστοιχίζεται από οδοφράγματα, παρακολουθείται με επικίνδυνες, εναέριες περιπλανήσεις ελικοπτέρων, ασφυκτιά από τους συνεχείς βομβαρδισμούς εντός της πόλης και τρομοκρατείται στο έπακρον, όταν η απειλή της ανθρώπινης ζωής αποκτά ακρίβεια χιλιοστών ως αποτυπωμένη μέσα από το στόχαστρο των ελεύθερων σκοπευτών, που επιβλέπουν τα συντρίμμια κάθε συνοικίας, για να εντοπίσουν τυχόν πολιτικά αντιφρονούντες. Σε ακόμα μια βεβηλωμένη γωνιά της ειρήνης, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας, ζει αποκλεισμένη μια πολυμελής οικογένεια, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα μέσω φιλοξενίας ένα νεαρό ζευγάρι με το μωρό του, όπου διαμένουν περιστασιακά στον ακριβώς επάνω όροφο. Οι δύο οικογένειες αποτελούν πλέον τους μόνους κατοίκους όχι μόνο της πολυκατοικίας, αλλά και του οικοδομικού τετραγώνου της περιοχής. Οι νεαροί γονείς Samir και Halima σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τη χώρα, μεταναστεύοντας στη Βηρυτό και αργότερα στη  Γαλλία, χωρίς να ενημερώσουν κανέναν. Τα σχέδια τους θα ανατραπούν, μόλις ένας ελεύθερος σκοπευτής πυροβολήσει το Samir, στην προσπάθεια του τελευταίου να βγει προσωρινά έξω από το κτίριο. Η Delhani, οικιακή βοηθός της πολύτεκνης οικογένειας είδε από το μπαλκόνι του σπιτιού το τραγικό συμβάν, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να διακρίνει, αν ο άντρας της Halima απεβίωσε ή είναι βαριά τραυματισμένος. Το εκμυστηρεύεται όμως στην Oum, τη μητέρα.

Η Oum είναι μια μεσήλικη δυναμική γυναίκα, η οποία εξαιτίας της απουσίας του άντρα της Monzer (ο οποίος διασχίζει τα οδοφράγματα της πόλης με κίνδυνο της ζωής του), οφείλει να εκπληρώσει μόνη, το ρόλο του γονέα φύλακα. Έτσι προστατεύει τα μικρά κορίτσια της Yara και Aliya, το νεαρό γιο Karim (που συνέβη να αποκλειστεί εκεί μαζί με την κοπέλα του) το μικρό αγόρι Yazan, τη Delhani και τον παππού των παιδιών, Moustafa. Φυσικά η θαρραλέα γυναίκα παρείχε βοήθεια και στο νεαρό αντρόγυνο, μέχρι πρότινος. Η ίδια, κρίνει πως για την ώρα, δεν πρέπει να μάθει η Halima τι συνέβη στον Samir. Όμως η νευρική συμπεριφορά της Delhani, οι βομβαρδισμοί της πόλης, τα αποθέματα νερού που λιγοστεύουν στο διπλά αμπαρωμένο σπίτι, την πόρτα του οποίου αρχίζουν να χτυπούν απειλητικά κάποιοι, δηλώνοντας υπέρμαχοι της εθνικής ασφάλειας, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες, που λειτουργούν ως παράξενα διαχωριστικά συναισθηματικά μέσα, στις μεταξύ σχέσεις των συγκεκριμένων ανθρώπων. Με το φόβο να δίνει τη σκυτάλη σε πιο απρόβλεπτα συναισθήματα…

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αυτό που θα γίνει γνωστό αμέσως στους θεατές, είναι ο αναγκαστικός αποκλεισμός των δύο οικογενειών στο συγκεκριμένο κτίριο, δείχνοντας πως στη Δαμασκό είναι άλλη μια ημέρα πολεμικού κλίματος, με βομβαρδισμούς και εναέριες επιδρομές ελικοπτέρων, που θα μεταδοθούν κυρίως με τη μορφή ηχητικής πληροφορίας στο κοινό και από την αγωνία στα πρόσωπα των ηρώων του έργου. Η παρουσία ελεύθερων σκοπευτών μέσω ριπών, είναι αυτή που θα διαλύσει ένα μικρό πλήθος στην εισαγωγή. Ξεκινώντας, στο έργο θα αποτυπωθεί η απογοήτευση στο πρόσωπο ενός ηλικιωμένου άντρα, ο οποίος καπνίζει κοντά στο παράθυρο, κλείνοντας τελικά τις κουρτίνες, δίχως να αφήνει το πέρασμα του παραμικρού φωτός από αυτές. Η κάμερα θα πραγματοποιήσει μια περιήγηση στο σαλόνι, περνώντας από αριστερά προς τα δεξιά κοντά στη βιβλιοθήκη. Έπειτα, θα δούμε στην κουζίνα μια γυναίκα να τοποθετεί σε πλαστικό δοχείο νερό, από βαρέλι που διαθέτει μια μικρή βρύση, πλένοντας το πρόσωπό της, καθώς δυσανασχετεί. Στη συνέχεια, στο υπνοδωμάτιο παρακολουθούμε ένα προβληματισμένο νεαρό ζευγάρι, με σχέδια μετανάστευσης. Στις εξερευνήσεις του φακού αυτών των τριών σκηνών, ξεχωρίζει η διπλά αμπαρωμένη πόρτα του σπιτιού και άλλα αντικείμενα, καθιστώντας ως οικείο το χώρο του διαμερίσματος στους θεατές και γνώριμα  κοινό στις τέσσερις περσόνες. Με αυτό τον τρόπο ο σκηνοθέτης μας ενημερώνει, σε συνδυασμό με τη λεκτική αναφορά των ονομάτων τους σε διαλόγους, πως επρόκειτο για τους Moustafa, Delhani, Samir και Halima αντίστοιχα και εκτός από την πληροφόρηση περί συγκατοίκησης αυτών με τους υπολοίπους, κατορθώνει να μας αποδώσει και την διαφορετική οπτική γωνία, που φέρει έκαστος για τη φρίκη του πολέμου.

Οι θανάσιμες στοχεύσεις των ελεύθερων σκοπευτών θα κάνουν αισθητή την παρουσία τους, μόλις μεταδοθούν οπτικά με την εύστοχη βολή στο Samir, μέσα από το τρομαγμένο βλέμμα της Delhani. Όμως δεν θα τους δούμε ποτέ. Γενικά στην ταινία δεν υπάρχουν εξωτερικά γυρίσματα. Παρά μόνο λίγα πλάνα με την κάμερα να «σημαδεύει” μέσα από τα πέτρινα κιγκλιδώματα του μπαλκονιού του διαμερίσματος, ακριβώς έξω από την πολυκατοικία (πυροβολισμός στον Samir κοντά στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας, θέαση του ίδιου χώρου από τις Oum και Delhani κοντά στο μπαλκόνι). Η φύση του έργου είναι τέτοια, ώστε να επικεντρώνεται στην αγωνία, αγανάκτηση, προσωρινή παραίτηση, προσπάθεια για επιβίωση και διάθεση για ζωή, τα οποία ζει ο άμαχος πληθυσμός, αποτελούμενος από γυναικόπαιδα και έναν ηλικιωμένο, εντός του διαμερίσματος. Βεβαίως, η ηρωίδα της ταινίας Oum Yazan, βγαίνει από αυτόν τον κύκλο της εξασθενημένης ψυχολογικής αντίδρασης, που υποτίθεται πως έχει κάθε ομάδα άμαχου πληθυσμού, συνιστώμενη ως επί τω πλείστον, από γυναίκες.

 

Εκείνη, δρα δυναμικά! Οργανώνει τη μικρή κοινωνία που έχουν σχηματίσει τα συγκεκριμένα άτομα: 1) Κατευθύνοντας τη στο χώρο της κουζίνας, που λειτουργεί ως καταφύγιο, όταν οι βομβαρδισμοί εξελίσσονται σε αρκετά κοντινή απόσταση από το κτίριο. 2) Επισημαίνοντας σε όλους, ανεξαρτήτου ηλικίας και φύλου, πως τα αποθέματα νερού είναι ελάχιστα. 3) Εποπτεύοντας την πόρτα συνεχώς, τηρώντας αυστηρά τη σφράγισή της με τα δύο μεγάλα ξύλα πίσω της και το διπλό κλείδωμά που επίσης φέρει εκείνη και ελέγχοντας με μεγάλη προσοχή τους ανθρώπους, που προσπαθούν να εισβάλλουν στο σπίτι, επικαλούμενοι ψευδώς την ασφάλεια των αμάχων. 4) Δημιουργώντας μια κανονικότητα σε ό,τι αφορά την καθαριότητα του διαμερίσματος, ώστε να ξεγελάσουν όλοι την κακή τους ψυχολογική κατάσταση και να συνεχίσουν να λειτουργούν, σαν να ζούσαν σε περίοδο ειρήνης.

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: HIAM ABBAS.  Με πολλές συμμετοχές στην καριέρα της σε αρκετές ταινίες, με πιο γνωστές τις Free Zone (2005), The Visitor (2007) Persecution (2009), Rock the Casbah (2013), The sense of wonder (2015) και Blade Runner 2049 (2017).

Υποδυόμενη την πρωταγωνίστρια του έργου Oum Yazan. Είναι χαρακτηριστική η επιτυχία της ηθοποιού, στη μετάδοση της αγωνίας, που αφορά τη γρήγορη οργάνωση και κινητοποίηση των υπολοίπων στο δωμάτιο της κουζίνας, μετά από κάθε έκρηξη. Είναι από τις στιγμές που σε παρασύρει στην πλοκή του έργου, ξεχνώντας ότι βρίσκεσαι σε κινηματογραφική αίθουσα. Η αποφασιστικότητά της διακρίνεται, όταν εξηγεί  στη Delhani πως δεν μπορούν να βοηθήσουν το Samir, παρά μόνο μόλις νυχτώσει. Ακόμα, όταν της επισημαίνει αποκτώντας ξαφνικά δυναμισμό, ότι η ίδια μπορεί να μην γεννήθηκε μέσα σε σπίτι, μα κανείς δεν είναι ικανός να τη βγάλει από αυτό που πάλεψε να χτίσει.

Υπάρχει επιπροσθέτως μια σκηνή, κατά την οποία αφαιρεί το τραπεζομάντιλο από το μεγάλο, ξύλινο, οικογενειακό τραπέζι του σαλονιού και αργά ξαπλώνει μπρούμυτα επάνω του στο σκοτάδι, ως κεφαλή και φύλακας του σπιτιού, ενώ δεν τη βλέπει κανείς. Σε μια τέτοια συμβολική σκηνή δεν αρκεί η σκηνοθεσία. Η κίνησή της είναι εκπληκτική και συνυφασμένη με την  ψυχοσύνθεση του ρόλου. Το ίδιο και η έκφρασή της, μέχρι να την επαναφέρει σε μια άλλη πραγματικότητα το φως των λαμπτήρων.

DIAMAND BOU ABBOUD: Με προηγούμενες συμμετοχές στις ταινίες  Waynon (2013) και The insult (2017).

Στον ρόλο της Halima. Ο δεύτερος πρωταγωνιστικός ρόλος της ταινίας. Οι πολύ καλές εναλλαγές συναισθημάτων σε ένα χαρακτήρα φαίνονται, όταν προκύψουν σκηνές αποκλίνουσες από το πλαίσιο προσωρινής συναισθηματικής  ασφάλειας των ηρώων, το οποίο σκοπίμως έχει θέσει μέχρι εκείνο το σημείο ο σκηνοθέτης. Έτσι λοιπόν, μόλις η Halima αντιμετωπίζει αργότερα από τους εισβολείς σωματική και ψυχολογική βία, τότε διακρίνουμε την αξία της ερμηνείας των πολύ προηγούμενων ήρεμων στιγμών, της Halima με τον σύζυγό της. Και φυσικά, την υποκριτική της ίδιας της βάναυσης στιγμής. Η μετέπειτα εναντίωσή της με την Oum είναι αιφνιδιαστική, με την ασφυκτική θλίψη να διαδέχεται τη διαχυτική οργή. Συνολικά λοιπόν, η απόδοσή της παρουσιάστηκε σε υψηλό επίπεδο.

JULIETTE NAVIS: Συμμετέχοντας επίσης στις ταινίες Paris (2008) και Ma Part du gateau (2011).  

Υποδυόμενη την οικογενειακή οικιακή βοηθό Delhani. Εξέφρασε επιτυχώς μια διαρκή, έντονη θλίψη και νευρικότητα, από τη στιγμή κατά την οποία διαπίστωσε ιδίοις όμμασιν, τη ριπή που δέχτηκε ο Samir. Όπως και μετέπειτα, καθώς σχεδόν μαρτυρούσε με τη συμπεριφορά της το ατυχές γεγονός. Βάζοντας νερό από το βαρέλι στο πλαστικό δοχείο, έδειχνε όντως απογοητευμένη πλένοντας το πρόσωπό της, κάνοντας γνωστό στους θεατές, ότι αυτή η κατάσταση ενδέχεται να συμβαίνει αρκετό καιρό.

HUSAM CHADAT: Συμμετείχε επίσης στην ταινία 13 Hours: The secret soldiers of Benghazi (2016).

Υποδύθηκε τον αρχηγό των αντρών, που ως εμπλεκόμενοι στα πολιτικά/πολεμικά δρώμενα διέρρηξαν το διαμέρισμα. Είναι βέβαιο, ότι εξέπεμπε μια δύναμη εξουσίας στο συνεργό του, όπως και την άμεση επιβολή φόβου στην Halima. Πραγματικά σκοτεινός στις σκηνές βίας.

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ:  Το σενάριο αναπόφευκτα παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς εκθέτει τα αληθινά γεγονότα της εμπόλεμης κατάστασης του εμφυλίου πολέμου, που διαδραματίζεται στη Συρία. Ο Philippe Van Leeuw μέσα από τους χαρακτήρες του καταφέρνει να σχολιάσει, πώς αντιλαμβάνονται τον πόλεμο της χώρας, άνθρωποι διαφόρων ηλικιών. Έτσι, ο παππούς Moustafa αναπολεί την ειρήνη που έχει χαθεί, μα ανησυχεί για τη ζωή της Oum και του Monzer, όπως και για την επόμενη γενιά, δηλαδή τα εγγόνια του. Οι Halima και ο Samir σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τη χώρα με τον δεύτερο να δηλώνει, πως αισθάνεται τύψεις και τη γυναίκα του να προσπαθεί να του εμφυσήσει το ένστικτο της επιβίωσης, ορμώμενο και από την εξασφάλιση ενός καλύτερου μέλλοντος για το παιδί τους. Η Oum είναι η  μητέρα-φύλακας, η οποία δεν θα δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας και θα συνεχίσει, παρά τη μέση ηλικία της, να εμπνέει δύναμη και κουράγιο στα παιδιά της, προστατεύοντας τα ταυτόχρονα. Αντιθέτως, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, που εκμεταλλεύονται ακόμα και τέτοιες καταστάσεις.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει επίσης ο Phillipe Van Leeuw. Στην ταινία παρατηρούνται ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Ο παππούς Moustafa θλίβεται και αγνοεί την ελπίδα. Όμως υπάρχουν στιγμές, που τη βλέπει ξεκάθαρα στο πρόσωπο του μικρού του εγγονού Yazan. H μητέρα Oum καθησυχάζει το Yazan τονίζοντάς του, ότι σύντομα θα τελειώσει ο πόλεμος. Αργότερα, εξαιτίας της δύναμης μιας έκρηξης, όταν όλοι θα φοβηθούν περισσότερο, η προσέγγιση της Oum είναι διαφορετική στις λίγο μεγαλύτερες κόρες της, Yara και Aliya. Αυτή τη φορά επισημαίνει πως πρέπει να το συνηθίσουν, καθώς ο πόλεμος θα κρατήσει για πολύ καιρό. Η Halima αγωνιά για την τύχη του συζύγου της, όμως παράλληλα φιλά το νεαρό Karim, ως απόρροια όχι μόνο του ενστίκτου επιβίωσης, αλλά και των κοινωνικώς συντηρητικών καταλοίπων της κοινωνίας της Συρίας, εν καιρώ ειρήνης (διαφορά ηλικίας).

Οι τρεις άντρες φαίνονται ανήμποροι να απειλήσουν την οικογένεια, όταν τους βλέπουμε μέσα από την πόρτα της Oum. Ο τρόπος εισόδου των δύο, γίνεται αιφνιδιαστικά στο φακό. Προστάτιδα, με μεγαλύτερη αυταπάρνηση, θα γίνει πλέον η Halima. Στις σκηνές βίας ο σκηνοθέτης εστιάζει στο πρόσωπο της Halima, αλλά και με μια δόση διακριτικότητας στα τρομαγμένα πρόσωπα των μελών της οικογένειας, ευρισκόμενα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Η αμπαρωμένη πόρτα εισόδου με τα δύο μεγάλα ξύλα πίσω της, θα απασχολήσει αρκετά τους θεατές. Έξυπνη η λεκτική πληροφορία στο κοινό από τα χείλη της μητέρας, πως η ίδια γνωρίζει, ότι αμέσως μετά τις εκρήξεις πρέπει να τοποθετηθούν βρεγμένα πανιά στις πόρτες (λόγω της σκόνης ή σε περίπτωση κινδύνου πυρκαγιάς ), ενημερώνοντάς μας έμμεσα, ότι έχει γίνει αρκετές φορές κάτι τέτοιο. Εξαιρετική η σκηνή, όπου η μητέρα ξαπλώνει επάνω στο οικογενειακό τραπέζι, αγκαλιάζοντας ό,τι απέμεινε από την ενότητα και αγάπη του σπιτιού.

Εύστοχη η στιγμή, κατά την οποία η αποκάλυψη της Oum στη Halima για την τύχη του άντρα της περιγράφεται σκηνοθετικά από ένα πλάνο, έχοντας ως μέσο έκφρασης τον καθρέπτη. Ενδιαφέρον, παρουσιάζει το γεγονός πως τα παιδιά προσπαθούν να συμπεριφερθούν σαν τα υπόλοιπα της εποχής τους σε άλλες χώρες, σερφάροντας στο ίντερνετ, χωρίς φυσικά να νιώσουν την παραμικρή αίσθηση διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Με αυτό τον τρόπο θίγεται και η άποψη πως τεχνολογία και εικονική πραγματικότητα είναι αδύνατον να αντικαταστήσουν τις αρετές της αληθινής ζωής, όπως η ειρήνη και η ελευθερία. Γενικά, γίνεται αντιληπτό από το θεατή, πως σε περίοδο πολέμου, ο έγκλειστος, άμαχος πληθυσμός βιώνει ακριβώς τα ίδια συναισθήματα σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου και αν βρίσκεται. Όχι αποκλειστικά στη Συρία.

Το κομμάτι των ερμηνειών λειτουργεί άψογα. Εξάλλου, η ποιοτική διακύμανση  του εν λόγω έργου εξαρτάται, εκτός από τις πολύτιμες κατευθύνσεις και υποδείξεις του σκηνοθέτη, κατά κύριο λόγο από την υποκριτική απόδοση των ηθοποιών. Ακόμη και αν δεν είχαν όλοι πρωταγωνιστικό ρόλο. Μέσα από την ερμηνεία της Ninar Halabi (στο ρόλο της μικρής Aliya) προκύπτει η εξομολόγηση ενδόμυχων συναισθημάτων αυτοπροστασίας, αναδυόμενων στην ψυχή κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν το κορίτσι εκφράζει πειστικά στη Halima, ότι έκανε σκοτεινές σκέψεις, προβάλλοντας νοητικά την επιθυμία του θανάτου της τελευταίας, προκειμένου να γλυτώσει η οικογένειά της. Στη συνέχεια επιστρέφει στην παιδική της αγνότητα, ζητώντας ειλικρινά τη συγχώρεση. Η Hiam Abbas ξεχώρισε από τους ηθοποιούς, ενσαρκώνοντας την ταραγμένη ψυχοσύνθεση της μητέρας, χρησιμοποιώντας ακόμη και απλές, μικρές κινήσεις, όπως το νεύμα της σιωπής στους υπόλοιπους χαρακτήρες.  

Βεβαίως επιτυχής η απόδοση σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών.

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING/ ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Οι υπεύθυνοι του Casting Najat Adem και Annete Trumel, έκαναν πολύ εύστοχες επιλογές ηθοποιών. Είναι αρκετό να αναλογιστεί κανείς, ότι στους δεύτερους ρόλους του έργου, οι περισσότεροι άνθρωποι που χρησιμοποιήθηκαν, συμμετείχαν για πρώτη φορά σε ταινία. Και όμως έπειθαν ως οικογένεια μεταξύ τους, μα και βιώνοντας παράλληλα το φόβο ενός άμαχου πληθυσμού. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το φόρεμα της Halima, με τη μπλε και άσπρη απόχρωση, η οποία εκφράζει ένα πάντρεμα Ανατολής και Δύσης, δεδομένου ότι στην πλοκή του έργου η νεαρή σκόπευε να μεταναστεύσει.

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Τη μουσική έγραψε ο Jean-Luc Fafchamps. Διακρίνεται περισσότερο στις μικρές σε διάρκεια και ισχύ στιγμές γαλήνης, μεταξύ των ηρώων. Ο Karim προσπαθεί να ζήσει κάποιες ρομαντικές στιγμές με την κοπέλα του και ο μικρός Yazan τους διακόπτει, υπό τη συνοδεία πιάνο και ορχηστρικών εγχόρδων. Η μητέρα επιχειρεί να  επαναφέρει την ελπίδα στο Υazan, λέγοντας του πως θα τελειώσει ο πόλεμος, ενώ το πιάνο ακολουθεί την προσπάθειά της.

Ο ήχος κρατά σε αγωνία τους θεατές/ακροατές, καθώς η έντασή του αυξάνεται έχοντας μια κλιμάκωση, στα απειλητικά χτυπήματα της ασφαλισμένης πόρτας, στις εναέριες περιηγήσεις των ελικοπτέρων (που δεν γίνονται ποτέ ορατά), στις τρομακτικές εκρήξεις των βομβαρδισμών, αλλά και στις αιφνιδιαστικά οργισμένες καρδιές ορισμένων χαρακτήρων. Τα ειδικά ηχητικά εφέ επιμελήθηκε ο Jacques Chawich.

ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ  ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ Η ΤΑΙΝΙΑ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ.

Ο ERETIKOS κριτικός  Γιάννης Κρουσίνσκυ                           

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ