Μία eretiki κριτική για την ταινία «Η γέννηση ενός ηγέτη»

«Η γέννηση ενός ηγέτη». ΣΕΝΑΡΙΟ: 1918. Ο αιματηρός Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναμένεται να τελειώσει. Εκλέγεται πρόεδρος της Γαλλίας ο Wilson με την ενθουσιώδη, εκφραστική εκδήλωση υποστήριξης του λαού, έναντι του πολιτικού του αντιπάλου Clemenceau. Στη χώρα εισέρχεται με τρένο ένας άγνωστος επιβάτης, του οποίου η άφιξη προκαλεί μυστήριο. Θα επισκεφτεί μια αμερικάνικη οικογένεια, εγκατεστημένη τους τελευταίους 4 μήνες στη γαλλική επαρχία, εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα. Αυτή, αφορά τη θέση του προξένου των Η.Π.Α. σε συνεργασία με τον υπουργό εξωτερικών της Γαλλίας, La Sing που εντάσσεται στην παράταξη του Wilson. Η οικογένεια διαμένει σε μια έπαυλη με τη συνοδεία υπηρετικού προσωπικού, όπου τη φύλαξη του παιδιού αναλαμβάνει κυρίως η γυναίκα που εργαζόταν στο σπίτι 17 χρόνια, η ηλικιωμένη Mona. Η μητέρα, αν και είναι επίσης μορφωμένη γνωρίζοντας 4 γλώσσες και έχοντας πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο από το σύζυγό της, αφιερώνει μεν αρκετές στιγμές στο γιο της, αλλά προσλαμβάνει την εισοσιτετράχρονη καθηγήτρια Adaline ή Ada, για να του μάθει γαλλικά.

Ο μικρός Prescott είναι ένα αντιδραστικό παιδί, γεμάτο ενέργεια που δυσκολεύεται να τη διαχειριστεί. Δεν κόβει τα μαλλιά του και ενοχλείται από τη θρησκευτική δήθεν δρομολόγηση προς το ηθικό μονοπάτι της ψυχής, που του υποδεικνύει η ενορία του ιερέα Leydou και η μητέρα του. Μετά την πρόβα μιας θεατρικής παράστασης με πλοκή θεολογικού περιεχομένου που έγινε στην εκκλησία, ο μικρός πηγαίνει έξω, κρύβεται και πετά πέτρες σε όποιον προχωρά κοντά στο κτίριο. Τιμωρείται αρχικά από την οικογένειά του, με συνέπεια να βιώσει ασυνήθιστους εφιάλτες στο υποσυνείδητό του. Ο άγνωστος επιβάτης του τρένου ονομάζεται Charles Marker. Εργαζόταν όπως ισχυρίζεται σε εκδοτικό οίκο στη Γερμανία και εστάλη ο ίδιος στη Γαλλία, προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά τις διαπραγματεύσεις εν όψει της καθοριστικής συνθήκης των Βερσαλλιών. Είναι φίλος της οικογένειας, μα ταυτόχρονα μοιάζει αποστασιοποιημένος και ανεξάρτητος. Το μικρό αγόρι τιμωρείται από την ενορία σε δημόσια θέα, ενώ εκείνη τη στιγμή μια κυρία του λέει επίσης (είχε προηγηθεί η καθηγήτρια των γαλλικών) πως μοιάζει με κορίτσι, εκνευρίζοντάς τον.

Ο Prescott είναι πολύ έξυπνος και αντιστρέφει την ψυχολογική καταπίεση, σε χειριστική συμπεριφορά, ξεμπροστιάζοντας τις αδυναμίες των γονιών του, ενώ πλέον βιώνει από τη Mona και την Adaline σεξουαλική φυλάκιση της φύσης του. Στην πορεία οι χειριστικές του μέθοδοι καταλήγουν σε εχθρική εναντίωση προς όλους, κάνοντάς τον να ξεχωρίσει στιγμιαία πιο πολύ και από τις πολιτικές εξελίξεις. Διότι, κατά κάποιο τρόπο εξαιτίας της δουλειάς και του  αποκαλυφθέντα χαρακτήρα των γονιών του, βρίσκεται εντός των εξελίξεων. Όμως αυτό που φοβάται πιο πολύ από την απώλεια αγάπης και την οικογενειακή αποκαθήλωση, είναι ο θυμός του, πυροδοτούμενος σε κλιμακωτά στάδια στον υποσυνείδητο και ορατό κόσμο της νοητικής του υπόστασης. Ένας θυμός, που ο Charles φαίνεται να καταλαβαίνει χωρίς καν να μιλήσουν μεταξύ τους…

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ξεκινούν πλάνα σε ασπρόμαυρη απόχρωση, μορφής αρχείου ιστορικής αναδρομής που μαρτυρούν τη βία, σφαγή και εξαθλίωση των ανθρώπων όπως και την εκμετάλλευση των ζώων (άλογα), κατά το ολέθριο αιματοκύλισμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν από τα στάδια της αύξησης της οργής του μικρού αγοριού, θα εμφανιστεί το πρελούδιό τους, δηλαδή το σημείο μηδέν. Σε αυτό παρατηρούμε την άφιξη του τρένου στο Παρίσι με τους ντόπιους Γάλλους κατοίκους, λίγο κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, να αναρτούν πανό υποστήριξης του Wilson, προς τους επιβάτες, υποστηρίζοντας τη συμμαχία με την Αμερική. Μέσω αυτής της άφιξης θα καταλάβουμε έπειτα, τον ερχομό του Charles Marker. Και εξαιτίας του πλάνου της κάμερας που φεύγει από το τρένο, μεταφερόμενη σε ένα φαινομενικό παράθυρο της αθωότητας, «αγγίζοντας» σχεδόν τον Prescott την ώρα της θεατρικής του πρόβας με ενδυμασία αγγέλου, αντιλαμβανόμαστε σε σχέση με τις μετέπειτα εξελίξεις (ο πατέρας πολύ αργότερα αποκαλύπτει πώς φερόταν στο μικρό) την ενδοοικογενειακή βία που υπήρχε πριν το σημείο μηδέν, η οποία προσδιορίζει ότι το μόνο που θα μπορούσε να τον διαβάλει μετά το πρελούδιο, ήταν η συνεχιζόμενη αληθινά ανεκδιήγητη ψυχή των γονιών του. Έτσι, στην πραγματικότητα γίνεται γνωστό σιωπηλά, ότι οι δρόμοι του Charles και του Prescott σχετίζονται και διασταυρώνονται.

Υπάρχει επίσης μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθότι μόλις ξεκινά η ταινία αναγράφονται οι συντελεστές των τίτλων του τέλους. Αυτό συμβαίνει σκόπιμα, επειδή τα γεγονότα της ιστορίας είναι ενιαίας μορφής, υπό την έννοια ότι αφορούν μια κυκλική εξέλιξη, που περιγράφει την αρχή του τέλους για τις συνέπειες της ανθρώπινης ειρηνικής διαβίωσης, αναπτυσσόμενες από το μεσοπόλεμο μέχρι το ξεκίνημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του ολέθρου που εκείνος θα έσπερνε. Παρατίθεται στη συνέχεια μια κατανομή της προοδευτικής αύξησης θυμού του μικρού αγοριού που ξεχωρίζει, ενώ παράλληλα διαδραματίζονται διάφορα γεγονότα που αφορούν ιδιωτικούς βίους, αλλά και τις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις, με το χαρακτήρα του μικρού όμως κάποια στιγμή να υπερβαίνει τα πάντα, ενώ ο Marker βρίσκεται πιο κοντά από ότι φαίνεται στα γεγονότα.

Ο 1ος θυμός (ένα σημάδι των πραγμάτων που θα έρθουν): περιγράφει κυρίως την θρησκευτική πλύση εγκεφάλου της μητέρας και της ενορίας στο γιο, καθώς και τις τιμωρίες που εκείνες αντίστοιχα του επιβάλουν. Ο Charles παράλληλα δημιουργεί την εντύπωση ενός φίλου στην οικογένεια. Ενώ ο θεατής εισέρχεται στο υποσυνείδητο του Prescott, στο άδειο κτίριο με δύο υποδοχές ασανσέρ και ένα γυάλινο τρούλο, που αφήνει τις ακτίνες του ηλίου να περνούν, μοιάζοντας με ένα επιπλέον μάτι. Ο 2ος θυμός (νέος χρόνος): σκιαγραφεί μια αντίδραση του παιδιού σε κάθε μορφής καταπίεση, διαμέσου μιας χειριστικής συμπεριφοράς όπου: σχεδόν ανακρίνει τους γονείς του (εκθέτει σκόπιμα το φλερτ του πατέρα με την Adaline), ζητά από την υπηρέτρια πράξεις εκτός καθηκόντων (να τον αφήσει να αγγίξει το στήθος της), εκδικείται αθόρυβα μητέρα (επειδή απέλυσε τη Mona) και καθηγήτρια ( καθώς και εκείνη δεν τον άφησε να την αγγίξει και επίσης του χτύπησε τα χέρια, μεταδίδοντάς του ενοχές, πως είναι λάθος κάτι τέτοιο) και εναντιώνεται στους συνεργάτες του πατέρα του (κυκλοφορώντας με μια ρόμπα ημίγυμνος δείχνοντάς τους, πως δεν είναι κορίτσι). Τα πληρώνει όμως πολύ ακριβά όλα. Ο κύριος Marker παίζει ένα παράξενο, μη ορατό ρόλο, σε οικογένεια και δρώμενα εθνικών συμφωνιών ταυτόχρονα ( αλληλογραφία με μητέρα- και οι 2 γνωρίζουν γερμανικά).

Στον 3ο θυμό (είναι δράκος): Την στιγμή της επίσημης παύσης του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, στη δεξίωση, ο Prescott γίνεται εχθρός όλων, υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα και φέρνοντας τον κόσμο ανάποδα. Μόνο ο κύριος Marker τον πλησιάζει ειρηνικά και φιλικά.

Στο 4ο στάδιο (μια νέα εποχή): Βρισκόμαστε σε άλλη χώρα και αρκετά χρόνια μακρυά. Το κτίριο που είδε στο όνειρό του το παιδί είναι σε πλήρη λειτουργία. Τα δύο ασανσέρ είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν περίφημα. Κάτω από τον γυάλινο τρούλο που θυμίζει μάτι, αρχίζει να διακρίνεται κάτι απροσδιόριστα ανατριχιαστικό. Έξω από το κτίριο, υπάρχει στην ατμόσφαιρα ένα απάνθρωπα αποπνικτικό  «δηλητήριο»… Δεν έχει σημασία ποιος είναι ο Prescott και ποιος ο Charles. Μόνο το ότι προσέφεραν το δηλητήριο, ως ελιξήριο, σε χιλιάδες φτωχές ψυχές. Δεν υπάρχουν τίτλοι τέλους. Γιατί βρισκόμαστε μόλις στην αρχή του.

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: ROBERT PATTINSON: Υποδυόμενος τον Charles Marker (και αργότερα έναν παράφρονα). Μπορούμε να πούμε πως ο συγκεκριμένος ηθοποιός, μετά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του David Cronenberg -Cosmopolis- είχε θέσει τις βάσεις, για μια πολύ ορατή αναβάθμιση των υποκριτικών του δυνατοτήτων. Όμως εδώ, χωρίς να συμμετέχει σε όλο το έργο, διακρίνουμε πως έχει τη δυνατότητα να ανέβει σε ακόμα υψηλότερο επίπεδο. Στην πρώτη σκηνή όπου εμφανίζεται (παίζοντας μπιλιάρδο στο σπίτι του Αμερικανού  και μετά κάθονται στο σαλόνι), έχει ενσαρκώσει πραγματικά ένα καινούργιο χαρακτήρα, του οποίου το όνομα αναμένουμε να ακούσουμε, για να καταλάβουμε ποιος είναι. Στο τέλος, η κίνηση, η έκφραση και τα λίγα λόγια της ομιλίας του, ταιριάζουν απόλυτα, στην ένταξη μιας σκηνοθετικά άρτια εκτελεσμένης σκηνής.

LIAM CUNNINGHAM: Είχε το ρόλο του πατέρα. Η φωνή του σε όλο το έργο ξεχώριζε. Είτε μιλούσε ψύχραιμα, στοργικά, αγχωμένα είτε αποκάλυπτε το προφίλ ενός φριχτού ανθρώπου, είχε ένα τόνο επιβλητικό σε σχέση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Όπως ξεχωρίζει το πατρικό πρότυπο ενός παιδιού. Στη σκηνή που ο πατέρας απειλεί το γιο να ανοίξει την πόρτα δείχνει το ταλέντο του. Είναι δύσκολο ο ηθοποιός να βρίσκεται σε απόσταση από την κάμερα, έχοντας πλάτη σε αυτήν και να μας μεταδίδει αγανάκτηση, έλλειψη υπομονής και κρίση μένους με το σώμα και την αναπνοή στην πόρτα χωρίς ακόμα να τη χτυπήσει. Μπράβο.

BERENICE BEJO: Ως μητέρα του παιδιού. Ανταποκρίθηκε καλά σε ένα ρόλο που κρύβει μια μικρή ιστορία: Το παρελθόν της και τη ζωή που θα μπορούσε να ζήσει, λόγω της μόρφωσής της, αν δεν παντρευόταν. Έπειτα επικοινωνεί με όλους τους χαρακτήρες. Αποδίδει πάρα πολύ καλά τη σχέση μίσους και αγάπης με τον άντρα της και τη δουλειά του, με το γιο της, τη Mona, την Adaline. Ο μόνος που φαίνεται να συμπαθεί ξεκάθαρα είναι ο Charles και αυτός που σέβεται λόγω φόβου ο Leydou. Τα εξέφρασε όλα αυτά.

YOLANDE MOREAU: Υποδύθηκε την υπηρέτρια Mona. Όλο το προφίλ σε συνδυασμό με την απότομη αλλαγή συναισθημάτων από θλίψη σε θυμό όταν την απολύουν, δικαιολογεί μια πολύ καλή απόδοση, από μια πραγματικά έμπειρη ηθοποιό, με τόσες συμμετοχές στην καριέρα της.  

STACY MARTIN: Ως Adaline ή Ada. Μια ηθοποιός που έχει παίξει σε έργα, που έχουν υποκριτικές απαιτήσεις, όπως το -Tale of Tales- ως η Dora, η γυναίκα που έγινε πάλι νέα ξεγελώντας το Βασιλιά. Σε αυτή την ταινία, ξεχωρίζει η όλη σχέση που καταφέρνει επιτυχώς να δείξει πως έχει με το παιδί. Ακόμα, σημαντική είναι η σκηνή ανταγωνισμού με τη μητέρα, όταν η δεύτερη της λέει να ταχυδρομήσει τα γράμματά της και επίσης μόλις την απολύει. Η Ada αισθάνεται ταπεινωμένη και στις δύο περιπτώσεις.  

JACQUES BOUDET: Έχοντας μία επίσης πολύπειρη πορεία στο χώρο της υποκριτικής, απέδωσε το ρόλο του ιερέα Leydou, ο οποίος ενδιαφέρεται να εμπλακεί η εκκλησία με τις πολιτικές σκοπιμότητες. Σίγουρα στη σκηνή αξιολόγησης της τιμωρίας του μικρού, απευθυνόμενος στον Prescott, χωρίς υπερβολικές εκφράσεις, εμπνέει μια ακατάπαυστη δύναμη εξουσίας.  

TOM SWEET: Ως Prescott. Βεβαίως πρόκειται για την αποκάλυψη του έργου. Το παιδί υπήρξε ένας ηθοποιός που ενσάρκωσε ένα ρόλο χωρίς το παραμικρό λάθος. Υπάρχουν σκηνές που ο ρόλος ζει στο δικό του σύμπαν, αναλαμβάνοντας το ξετύλιγμα μελλοντικών πτυχών του χαρακτήρα (ο πατέρας καλεί τη Mona και ο γιος μιμείται τη βαθειά φωνή του πρώτου δείχνοντάς του, πως τον ανταγωνίζεται, ότι ήδη θέλει να τον ξεπεράσει και να πάρει τη θέση του).

ΕΠΙΤΥΧΗΣ Ή ΑΝΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ 3 ΠΑΡΑΠΑΝΩ: Το σενάριο είναι βασισμένο στο βιβλίο του Jean-Paul Sartre -The childhood of a leader- (1939). Βεβαίως έχουν γίνει αρκετές και σημαντικές τροποποιήσεις από τον Brady Corbet και τη γυναίκα του, Mona Fastvold στην ταινία. Δεδομένου ότι ο Corbet έχει αναφέρει σε δηλώσεις του, ότι δεν περιγράφεται ούτε ο Χίτλερ, ούτε ο Μουσολίνι στο έργο, αλλά και εξαιτίας της αποκαλυπτόμενης εξέλιξης της υπόθεσης ( το παιδί είναι Αμερικανός, που ζει στη Γαλλία με τους γονείς του και στο τέλος το επιτελείο και ο δικτάτορας μιλούν αγγλικά ) κατανοούμε ότι εμπλέκεται και η μυθοπλασία στο σενάριο, ώστε να κυριαρχήσουν οι συμβολισμοί. Κυρίως παρατίθεται μια αλληγορία της γέννησης της ιδέας του φασισμού, μετά τη συνθήκη των Βερσαλλιών και όχι ενός συγκεκριμένου προσώπου που πρόκειται να ηγηθεί αυτής. Επομένως δεν αποδυναμώνεται η κεντρική ιδέα της πλοκής, αντιθέτως ενισχύεται. Έτσι η ιστορία του Prescott με τους γονείς του και τους υπόλοιπους χαρακτήρες μας προκαλεί ενδιαφέρον, όπως και οι μικρές ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτούς ( το αγόρι λέει στην Ada τη φράση: Fetch my mother. Που κανονικά το ρήμα χρησιμοποιείται από τους Αμερικάνους, όταν ο σκύλος φέρνει πίσω σαν να είναι παιχνίδι κάτι που του πετούν) εν όψει κρίσιμων αποφάσεων για την ανθρωπότητα (στη συνθήκη κλήθηκαν και οι Γερμανοί). Στη διάσκεψη πριν από την ειρηνική συνθήκη, ακούγεται η άποψη πως οι μπολσεβίκοι διαφέρουν από τους συνειδητοποιημένους μαρξιστές.

Η σκηνοθεσία ανήκει στον Brady Corbet και αποτελεί την πρώτη του συμμετοχή. Τα στοιχεία με τα οποία αναβιώνει η εποχή του σεναρίου είναι πράγματι προσεγμένα ( ο πατέρας ξεπροβοδίζει τον Charles στο ξεκίνημα του έργου και διακρίνεται το σκονισμένο τζάμι της άσπρης εξώπορτας με γυάλινη πρόσοψη ή όταν έρχεται η Adeline για τα μαθήματα του Prescott και εκείνος κατεβαίνει τη σκάλα, απέναντι στον τοίχο της παλαιάς έπαυλης παρατηρούνται ρωγμές). Γίνεται εμφανές ότι στο σπίτι δεν «καλωσορίζουν» τις ακτίνες του ηλίου (κλειστές κουρτίνες παντού με μόλις ελάχιστα μικρά ανοίγματα) συμβολίζοντας  το συντηρητισμό της οικογένειας, το σκοταδισμό του κόσμου μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και το πένθος της ενοχής όσων συμμετείχαν στα γεγονότα του. Είναι εξαιρετική η αντίθεση με τον τρούλο να υποδέχεται το φως και το σύμβολο του φασιστικού δόγματος να είναι ο ήλιος, δείχνοντας την ταραγμένη ψυχική υπόσταση ενός δικτάτορα, που έχει συσχετίσει την ομορφιά με λάθος πράξεις, εξαιτίας των τραυματικών του βιωμάτων. Υπάρχει σε όλο το έργο μια οπτική αναφορά της εκμετάλλευσης των ζώων εκφρασμένη από τη μορφή της παρουσίας του αλόγου ( στην εισαγωγή, χρήση αλόγων στον πόλεμο, έπειτα πριν υπογραφεί η συνθήκη το άλογο σέρνει ένα κάρο) ή εκείνη της απουσίας άλλων τετράποδων (όπως το μουλάρι που επίσης χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο, καθώς βλέπουμε πλέον ένα άλογο να το αντικαθιστά, οργώνοντας το χωράφι). Τα κοστούμια είναι εξαιρετικά και μας έχουν μεταφέρει όντως στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Άριστη η σκηνή στο τέλος όπου ένα μικρό κορίτσι, ως απειλούμενη ελευθερία, τρομάζει με τη φρίκη του φασισμού, ενώ παράλληλα ηλικιωμένοι ζητωκραυγάζουν ανάμεσα στο πλήθος, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο μωροί είναι. Ο σκηνοθέτης σε δηλώσεις του αναφέρει πως το αγόρι, είναι ο άντρας που αναμένουν όλοι να χαιρετίσουν στο τέλος, την 14η Μαΐου. Αν παρατηρήσει κάποιος τις τελευταίες σκηνές ωστόσο, μπορεί να ισχυριστεί για δύο συμβούλους το ίδιο, λόγω κάποιων χαρακτηριστικών της εμφάνισής τους. Και επειδή ο άνθρωπος που βγαίνει από το αμάξι έχει ακριβώς την ίδια όψη με τον Marker, o καθένας μπορεί να ισχυριστεί είτε κυριολεξία είτε μεταφορά, αναλόγως με το ποιο τέλος βλέπει. Έτσι είναι η γοητεία του σινεμά. Πάντως είναι βέβαιο, ότι στο παράλογο πολιτικό κίνημα θα μπορούσαν να ανήκουν βάσει της σκηνής, τρεις τουλάχιστον χώρες. Η σκηνοθεσία είναι υπέροχη.

Ακόμη και το διοικητικό συμβούλιο, στις τελευταίες σκηνές παίζει εξαιρετικά, όταν όλοι υπογράφουν και κατά τη διάρκεια της πορείας βγαίνουν από το κτίριο. Όπως προείπαμε, στο σύνολό τους είναι σε υψηλό επίπεδο οι ερμηνείες και δε φεύγουν από τη διάσταση των ρόλων. Σαφώς επιτυχής η απόδοση, σεναρίου, σκηνοθεσίας και ερμηνειών γιατί όλα εναρμονίστηκαν σε αυτό το κράμα μεταξύ πραγματικού και μυθοπλασίας, όπως ήθελε ο Brady Corbet.

ΕΠΙΛΟΓΗ CASTING: Η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν σίγουρα η ανακάλυψη και επιλογή του Tom Sweet στο ρόλο του παιδιού, από τον υπεύθυνο Des Hamilton και τους συνεργάτες του. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά, πως αρχικά στο casting είχε οριστεί να συμμετάσχουν οι ηθοποιοί Juliette Binoche και Tim Roth, μα αποσύρθηκαν για διαφορετικούς λόγους. Αν και είναι πολύ καλοί ηθοποιοί, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το συγχρονισμό μιας συλλογικής ενέργειας δημιουργικών ανθρώπων. Έτσι, οι Berenice Bejo και Liam Cunningham εύστοχα επελέγησαν στη θέση τους και έχοντας αρκετές σκηνές που κυριαρχούσε η ατομικότητα των ρόλων, απέδωσαν σωστά.  

ΜΟΥΣΙΚΗ/ΗΧΗΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ: Η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του έργου. Συνθέτης του soundtrack της ταινίας είναι ο Scott Walker. Χωρίς να αποτελεί κλισέ, λέμε ειλικρινά ότι το γράψιμό του έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία. Στην πρώτη σκηνή, όταν το τρένο καταφθάνει στη Γαλλία, η σύνθεση εξιτάρει τον θεατή. Αντιθέτως, στην τελευταία σκηνή του προκαλεί πραγματικό τρόμο. Την ώρα που ο Charles συζητά με τον πατέρα του Prescott, ακριβώς μετά την παρτίδα του μπιλιάρδου, στο σαλόνι ακούμε από ένα δίσκο να τραγουδά μια σοπράνο κολορατούρα. Σε ό,τι αφορά τον ήχο ξεχωρίζει η φωνή του πατέρα γενικώς. Και του αγοριού όταν επαναλαμβάνει τα λόγια του πρώτου και αν και πιο μικρός τον επισκιάζει, καλώντας τη Mona. Ομοίως και στο δείπνο της δεξίωσης όπου αποστομώνει τη μητέρα του, περιφρονώντας την αμφιθυμική, θρησκόληπτη αγάπη της. Αναπόφευκτα διακρίνεται η ένταση του ήχου του όχλου.

Η ΤΑΙΝΙΑ ΑΦΟΡΑ ΕΝΑ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΦΑΝΗΚΕ Η ΤΕΧΝΗ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ.

Ο ERETIKOS κριτικός Γ.Κ.   

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ